Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Ήρθε η ώρα να γίνει το Μουσείο στο Γεντί Κουλέ

 φωτογραφίες Θάνος Χαρίσης

 «Γιατί τάχα –και με ποιο ηθικό δικαίωμα– πρέπει να μιλήσω για το Επταπύργιο, όταν δεν υπήρξα παρά μόνο ένας από τους χιλιάδες ανώνυμους που πέρασαν από εκεί – και πώς να λησμονήσουμε εκείνους που για πάντα έμειναν εκεί.»
(ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, έγκλειστος στο Γεντί Κουλέ. όπου έζησε την εφιαλτική εμπειρία του μελλοθανάτου)




Αν θα μπορούσαμε να κρατήσουμε στα χέρια μας όσα γράφηκαν την μαύρη περίοδο των φυλακών του Γεντι Κουλέ και βρούμε την δύναμη να ακολουθήσουμε λέξη προς λέξη τα όσα εννόησαν  ποιήματα,  σημειώματα,  στίχοι τραγουδιών,   τότε θα έχουμε συναντήσει την ψυχή τους.

Είναι μεγάλη η κληρονομιά και μοναδικής αξίας. Κι όμως χρειάζονται όλες αυτές οι μνήμες να στεριώσουν στον χώρο που γεννήθηκαν, να μη λησμονηθούν.



Ο Αναγνωστάκης θα μιλήσει για όλα αυτά στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο Μιλώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
τους μαστροπούς ποιητές που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματα Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί γαλήνιοι το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.



Ενώ  γράφει ο Κύπριος ποιητής Θεοδόσης Πιερίδης στο συγκλονιστικό του ποίημα «Νίκος Νικηφορίδης»


Κι όταν εστάθηκες ορθός, στης γης τη μέση
εσύ και τ’ άγρια στόματα των ντουφεκιών,
εσύ και η σκυλίσια ψυχή των δημίων,
εσύ και η Ελλάδα που σε καμάρωνε
εσύ και ο λαός σου που άπλωνε τα χέρια του
και τ’ ακουμπούσε απάνω σου να σε στεριώσει,
εσύ κι ο θάνατος που ντροπιασμένος έσκυψε τα μάτια,
κοίταξες τότε για στερνή φορά
τα χρυσά μάτια της μεγάλης σου αγάπης
ένα στερνό φιλί της έστειλε με τα δαχτύλια σου
και για στερνή την ονόμασες φορά:
ε ι ρ ή ν η,


Καμιά  άλλη  φυλακή δεν τραγουδήθηκε τόσο.

 Ο Μάρκος Βαμβακάρης θα γράψει το 1936 το «Αντιλαλούνε οι φυλακές».
Ο Απόστολος Καλδάρας θα γράψει το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», το οποίο στην πρώτη του στροφή έλεγε «νύχτωσε και στο Γεντί» και όχι «το σκοτάδι είναι  βαθύ», που το 1949 θα απαγορευτεί.
Ο Γιώργος Μητσάκης «Τα κάστρα του Γεντί Κουλέ» που πρωτοτραγουδήθηκε  το 1960,



Ο έγκριτος δημοσιογράφος και συγγραφέας Χρίστος Ζαφείρης έγραψε στο ιστολόγιο του  https://thessmemory.wordpress.com


Ήρθε η ώρα να γίνει το Μουσείο στο Γεντί Κουλέ

Με τέτοιο ιστορικό, ανθρώπινο και συναισθηματικό φορτίο, το Γεντί Κουλέ έπρεπε εδώ και καιρό να στεγάσει την πολύχρονη και βαριά ιστορία του. Είναι ένα ζωντανό μνημείο, με τα κελιά, τα κρατητήρια και τους θαλάμους των κρατουμένων, για τους κατοίκους και επισκέπτες της Θεσσαλονίκης και τη νέα γενιά. Όμως σε κάποιους από τους διατηρητέους θαλάμους είναι ανάγκη να αναπτυχθεί ένα μουσείο της φυλακής του Γεντί Κουλέ, ένα γενικότερο μουσείο κοινωνικής και αγωνιστικής ιστορίας, της νεότερης ιστορίας της Θεσσαλονίκης, όπου θα περνούν οι κοινωνικοί αγώνες του Μεσοπολέμου, οι έγκλειστοι και εκτελεσμένοι της Κατοχής, του Εμφυλίου, οι κρατούμενοι της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου. Αυτό το «Μουσείο Κοινωνικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης», που σέρνεται ως ιδέα εδώ και καιρό, νομίζω πως μπορεί να στεγαστεί στους παλιούς θαλάμους του Γεντί Κουλέ. Αρχειακό και φωτογραφικό υλικό υπάρχει, ντοκουμέντα των επί μέρους ιστορικών περιόδων είναι διαθέσιμα, προσωπικές μαρτυρίες έχουν διασωθεί, αγωνιστές της Χούντας που κρατήθηκαν στα υγρά κελιά του ζούνε ακόμη. Ακούγεται πως γίνεται κάποια ζύμωση από ενδιαφερόμενους παράγοντες για την ίδρυση του Μουσείου, αλλά δεν εμφανίστηκε ακόμη κάποιο συγκεκριμένο διάγραμμα. Ο χώρος είναι εκεί και μας περιμένει, άνθρωποι να συνδράμουν έχουν διάθεση, η αναγκαιότητα είναι υπαρκτή, αν εκδηλωνόταν και η πολιτική βούληση και η σύμπνοια των τοπικών αρχών και των υπηρεσιακών παραγόντων που εποπτεύουν το μνημείο, θα ήταν μια εξαιρετική πρωτοβουλία και συγκυρία για την αξιοποίηση και την προβολή της νεότερης κοινωνικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης και της Ελλάδας γενικότερα στο ιδεώδες μνημείο του Γεντί Κουλέ.


Κάθε πρωί σχεδόν άνοιγαν οι σιδερένιες πόρτες των κελιών και έπαιρναν τους μελλοθάνατους για εκτέλεση. Αυτές τις μνήμες των πολιτικών θανάτων και τη διαδρομή ως το γειτονικό κρανίου τόπο ανακαλεί στο ποίημα «Το Πρωί» ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, έγκλειστος στο Γεντί Κουλέ και μελλοθάνατος των πολιτικών παθών του Εμφυλίου:


Τ πρω
Στς 5
ξηρς
Μεταλλικς χος
στερα π τ φορτωμένα καμιόνια.
Πο θρυμματίζουνε τς πόρτες το πνου.
Κα τ τελευταο «ντίο» τς παραμονς
Κα ο τελευταοι βηματισμο στς γρς πλάκες
Κα τ τελευταο σου γράμμα
Στ παιδικ τετράδιο τς ριθμητικς
Σν το μικρο παραθυριο τ δίχτυ
Πο τεμαχίζει μ κάθετες μαρες γραμμς

Το πρωινο χαρούμενου λιου τν παρέλαση.


Αυτό το λιτό απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Σαμουηλίδη «Επταπύργιο» δίνει τη θλιβερή ατμόσφαιρα στο Γεντί Κουλέ κατά τη διαδικασία των εκτελέσεων.


«Μαζί με τις πρώτες χρυσές ακτίνες που πασάλειψαν τα πλαίσια των μεγάλων παραθυριών, αντήχησαν τα ξερά παρατεταμένα κροταλίσματα των όπλων του εκτελεστικού αποσπάσματος. Οι πυροβολισμοί ξανακούστηκαν μετά από λίγο πιο αραιοί και πιο αδύνατοι. Θα ήταν οι χαριστικές βολές. Και μετά τίποτε…».

Αναρωτιόταν στο ποίημά του "Κράτα γερά" (1968) ο Νίκος Χλωρός

"Μα ποιος εκλείδωσε τις φλόγες μας σ' αυτό το πνιγηρό και σκοτεινό μπουντρούμι; Γιατί να τρεμοσβήνουμε εμείς που απειλούσαμε να πυρπολήσουμε τις παρυφές του κόσμου;"

Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα στη μνήμη όσων άδικα χάθηκαν και μαρτύρησαν στις Μαύρες φυλακές του Γεντί Κουλέ, μνήμες που θα κρατήσουμε και δεν θα λησμονήσουμε,
  
«Σπάστε τα δεσμά, σαν υπόκωφος θόρυβος ακούγεται

Ακρωτηριασμένες στιγμές της μνήμης σε σκοτεινές μέρες»


Τάσος Ορφανίδης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου