Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Αγκομαχώντας






Αγκομαχώντας

Είχα από καιρό αποφασίσει, να χαράξω μια διαδρομή σύμφωνα με τις απαιτήσεις του γιατρού μου . Τρία χιλιόμετρα ημερησίως χωρίς περιστροφή, ήταν τα λόγια του.
Είναι αλήθεια ότι δέκα χιλιόμετρα ημερησίως έκανα παλιά, πριν μου συμβεί το μοιραίο με την καρδιά.Δύο χρόνια ακριβώς πέρασαν, επέτειο έχω. Ανεπάρκεια καρδιάς, ερμηνεύεται ως πληγή στη καρδιά πιο απλά
Άντε τώρα καρδιακός και να παλεύεις με τα χιλιόμετρα.
Παλαιότερα ένιωθα νέος, είχα δύναμη μέσα μου, δεν χαμπάριαζα από χιλιόμετρα.
Τώρα πως έγινε, ν’ακούω χιλιόμετρα και να θέλω να τα διαγράψω!
Να μη τα πολυλογώ σήμερα αποφάσισα να βρω μια διαδρομή, που να καλύπτει περίπου το πρόγραμμα .
Με τη Νίνα δίπλα μου, πήραμε το γνωστό μονοπάτι Γεντί Κουλέ πορτάρα Β –πορτάρα Α ,πύργος τριγωνίου .Τα χιλιόμετρα δεν βγαίναν .
Απ΄εδώ το είχα απ’ εκεί, κίνησα με κατεύθυνση προς τον κτηνίατρο, στον Αγιο Παύλο. Καλή αφορμή σκέφτηκα, θα εξετάσω και τη Νίνα με το πρόβλημα της διάρροιας που μου παρουσίασε την προηγούμενη.Επτά φορές βγήκε μέσα σε ένα 24 ωρο, την πάτησε το καημένο κι εγώ έχασα τον ύπνο μου.
Στη κατηφόρα οι αποστάσεις μικραίνουν , σαν ένα βήμα μου φάνηκε η απόσταση, προστέθηκαν όμως τα μέτρα στον λογαριασμό.
Να μη γίνομαι κουραστικός, έφθασα στον γιατρό. Έγινε η διάγνωση ,λαπάς για τρεις μέρες και δύο χάπια τη μέρα Ercefuryl 200 mg . Κατά την εξέταση διαπιστώθηκε ότι έχει κόπρανα και στον δρόμο θα κάνει την αφόδευση της. Καλή αφορμή είπα μέσα μου για να συνεχίσω.
Περίφημα απ’ εδώ τελειώσαμε .Άντε να δούμε πως παίρνουμε την ανηφόρα για τα κάστρα του Γεντί Κουλέ.
Είχα την τρελή  ιδέα, να διασχίσω το βουνό φθάνοντας στο λόφο του σέιχ σου και από εκεί μια ισιάδα δρόμος ήτανε, για να φθάσω στον προορισμό μου. Θα γράψω και μέτρα να βρούμε την άθροιση, σκέφθηκα πάλι.
Αυτά τα μέτρα μου κάθισαν στο στομάχι, αλλά μια που το ξεκίνησα ας το πήγαινα μέχρι τέλους.
Πήρα την ανηφοριά,το σκυλί μου η Νίνα πάει βήμα βήμα, είναι απόλαυση σε διαδρομές. Πιάνω και συζήτηση μαζί της , λες και μου δίνει σημασία. Αυτή τον χαβά της να βρει κάτι στον δρόμο ν’αρπάξει ,λιχούδα.
Φθάνοντας στην είσοδο για το βουνό στην οδό Κύπρου, εκεί που έχει μια μισό παρατημένη παιδική χαρά, μου ήρθε στο μυαλό η ανάγκη της Νίνας. Το έβαλα λοιπόν κι αυτό μπροστά .
Μονολόγησα σκεφτόμενος«κάπου θα τα κάνει εδώ στο βουνό, ευκαιρία είναι ας πάω πιο πάνω προς τον λόφο»



Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα στη κορυφή του μικρού λόφου. Το ψιλοβρόχι άρχισε να πιρουνιάζει τα κόκαλα. Έλα όμως που με τσαλάκωσε η συγκίνηση της εικόνας της περιοχής. Από τη μια μεριά η άναρχη δόμηση του Αγίου Παύλου και από την άλλη η Θεσσαλονίκη ν’ απλώνεται στα πόδια μου. Αν είχε ηλιοφάνεια θα ‘ταν καλύτερα, αλλά τα συναισθήματα δεν εμποδίζονται από δύσκολες εικόνες.
Η πέτρινη μονοκατοικία μας θυμάμαι, ήταν σχεδόν μόνη στην ίδια περιοχή που αναρριχήθηκαν όλα αυτά τα τσιμεντένια θηρία, έτοιμα να μας λιώσουν με τον όγκο τους. Μπορούσες ν'αφήσεις τη ματιά σου να ταξιδέψει τη σκέψη σου,τα χρώματα του βουνού μπερδευόταν με το κελάηδισμα των αηδονιών.Εικόνες και αισθήσεις που χάθηκαν σήμερα, ποδοπατήθηκαν. Άλλα χρόνια στερημένα, αλλά με φυσικές ομορφιές γύρω μας, να διώχνουν τις άσχημες μέρες.
Ένα απότομο τράβηγμα της Νίνας μ’ έβγαλε από τις σκέψεις μου.
Ακόμη λίγο κουράγιο χρειαζόμουν για να  βρεθώ  στην περιοχή πάνω απ’ το θέατρο. Το κουράγιο ήταν μεγάλο και τα πόδια βάραιναν. Όταν ανεβαίναμε στις κορυφές, για να βγαίνουν πιο εύκολα οι ανηφοριές, ακολουθούσαμε την μέθοδο του ζικ ζάκ. Αυτό και έκανα.
Χρειάστηκε να πάρω βαθιές αναπνοές, ανάμεσα στη  υγρασία που με βάραινε πλέον αρκετά. Φωνές από  δρομείς ,γαυγίσματα από άλλα σκυλιά μου έδωσαν το στίγμα της άφιξης μου. Μια μικρή ανάπαυλα την χρειαζόμουν επειγόντως.
Να σας πω την αλήθεια , ξέχασα τα μέτρα έχασα τα χιλιόμετρα, μπερδεύτηκα με τα αισθήματα, γύρισα στο σπίτι μου γεμάτος.Την κούραση την έβγαλα από πάνω μου και την πέταξα χωρίς δεύτερη σκέψη.


Τάσος Ορφανίδης


Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

σαν έρωτας




Ίκαρος το όνομα του, αγαπητικός της πλατείας και μάγκας.
Με ύφος ακριβό, περνάει πάντα βιαστικός,
για όλους μια καλημέρα έχει να μοιράσει .
Όσοι τον ξέρουν, τον φωνάζουν με το μικρό του όνομα.

Έχει κάτι στο βάδισμα του,
αφήνει τη γοητεία του να γεμίζει την ατμόσφαιρα .

Μικρά βλέμματα, αέρινες κινήσεις
σαν χορευτής  στη μεγάλη πίστα.
Με ένα νεύμα, ένα σκέρτσο, μια περιστροφή.
Φωνές δυνατές, καλέσματα, προκλήσεις για καυγά.

Ζουμπάς πονηρός,τζαναμπέτης  αλλά με καρδιά.

Πιο κάτω κοντά στο πάρκο, δυο συντρόφια του τον περιμένουν.
Δυο κοπέλες ορκισμένες στ’ όνομα του.

Μόνοι τους ανάμεσα σε τόσους, σαν κάτι να  τους συμβαίνει
Με φευγαλέες ματιές προσπερνούν αδιάφορα.
Κορδώνονται σαν παγώνια
Ζαβολιές, καμώματα,υποκρισία,σβελτάδα,
μ' αυτό τον τρόπο υποκλίνονται σε κάθε λογοκρισία.

Φιλαράκια, τι άλλο/
Αν ήταν έρωτας ποιος θα τόλεγε, εγώ το λέω ορκισμένη αγάπη.


Τάσος Ορφανίδης


Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

άγριος καυγάς

 φωτογραφία Θάνος Χαρίσης
Δυο άγριες φάτσες όρμησαν πάνω μας να μας κατασπαράξουν
Φωνές, αλαλαγμοί ,υστερίες ,
το δικό σου όχι το δικό σου
κάποια στιγμή έχωσαν τη μουσούδα τους 
κι έβαλαν την ουρά κάτω από τα σκέλια 

Ένα παιχνίδι ήταν, μη σκοτώνεστε 
αγριοκοιταχτήκαμε, 
γνωρίζοντας ότι πέσαμε στη φάκα

Ας μη κατακρίνουμε την ατυχία μας,
δεν υπάρχουν εχθροί σε φίλια σοκάκια. 


Τάσος Ορφανίδης  

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Στης πάνω πόλης τα καλντερίμια, με την παρέα του Τσιτσάνη


«Πρέπει πρώτα πρώτα να σας πω ότι είχα την απίθανη ευτυχία να γνωρίζω τον Τσιτσάνη από το 1942, όταν ακόμη ήμουν μωρό παιδί, έντεκα χρονών. Τότε πουλούσα τσιγάρα στον δρόμο και μου είπε κάποιος να πάω σε κάποια κέντρα νυχτερινά να πουλήσω σε διαφόρους εκεί θαμώνες και πράγματι πήγα, για πρώτη φορά, σε ένα κέντρο που λεγόταν - καθίστε καλά! - τα "Κούτσουρα του Δαλαμάγκα". Εκεί ήλθα για πρώτη φορά τετ α τετ τον Τσιτσάνη, έναν καταπληκτικά ωραίο άνδρα, απίθανα ωραίο και απίθανα γοητευτικό» είπε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.


Άνω Πόλη -Οδός Ακροπόλεως με υπέροχη θέα... mixanitouxronou.gr

Τη Βυζαντινή εποχή οι άρχοντες προτιμούσαν να μένουν στην πάνω πόλη , το ίδιο και οι πλούσιοι της Οθωμανικής περιόδου.

Τo 1922 μετά τη Μικρασιατική καταστροφή,πολλοί από τους Έλληνες πρόσφυγες βρήκαν καταφύγιο δίπλα στα κάστρα, στη πάνω πόλη, στη Θεσσαλονίκη.Τα σπίτια τους κολλημένα σαν βεντούζες πάνω τους, άλλα να κρέμονται σαν τσαμπιά στις κατηφοριές. Έφεραν μαζί τους χρώμα Ανατολής, κουβάλησαν μουσικές, επηρέασαν την πόλη.

Η Θεσσαλονίκη αγαπήθηκε πολύ, μαζί της και η πάνω πόλη ξεχωριστά. 
Περίπου 300 είναι τα τραγούδια που έχουν γραφτεί για αυτήν.

Οι πρόσφυγες,ιδιαίτερα από την Σμύρνη, είχαν μέσα τους τη μουσική και ήρθαν να την αποθέσουν στο χώμα της Σαλονίκης, στα κάστρα του Γεντί Κουλέ, στην Ακρόπολη. Συνθέτες, ποιητές,στιχουργοί, έγιναν ένα με τους καφενέδες και τις γειτονιές και τις έκαναν τραγούδι ρεμπέτικο, στα χρώματα της Ανατολής, ερωτικά και μάγκικα τραγούδια της φυλακής.

Όταν οι ρεμπέτες κλείστηκαν στα μπουντρούμια του Γεντί Κουλέ τραγούδησαν τους καημούς τους, οι ποιητές έγραψαν τα ποιήματα τους και οι συγγραφείς  τις σημειώσεις τους. 



Ανάμεσα στα κάστρα και τα προσφυγικά σπίτια, κάποια κολλημένα ακόμη πάνω τους,τα βήματα σε φέρνουν στη κορυφή της Ακρόπολης όπου δεσπόζει το φρούριο με την ονομασία Επταπύργιο-Γεντί Κουλέ. Για πολλά μαύρα χρόνια ήταν οι πολυτραγουδισμένες φυλακές όπου γράφηκαν κάποια από τα ωραιότερα ρεμπέτικα τραγούδια ανάμεσα σε καημούς, πόνους, φόβους και αγωνία. Στη πάνω πόλη, το Γεντί Κουλέ έγινε ο τάφος πολλών αγωνιστών που φυλακίστηκαν,  μαρτύρησαν και θάφτηκαν, την μαύρη εποχή του 40 και του εμφυλίου.

Με τους στενούς δρόμους, τα καλντερίμια, τα πολλά αδιέξοδα, τα στενά σοκάκια, τα κάστρα, τα παλιά καφενεία ,τα ωραία  σπίτια με σαχνισί και εσωτερικές ξύλινες σκάλες, τις μονοκατοικίες με ασβεστωμένους τοίχους, τις αυλές γεμάτες γλάστρες με ανθισμένα λουλούδια, τις γραφικές γειτονιές με βρύσες, με θέα μοναδική της πόλης με τον Θερμαϊκό , ως πέρα τον Όλυμπο, η πάνω πόλη έχει μείνει μέχρι σήμερα, η ξεχωριστής ομορφιάς βεράντα της Θεσσαλονίκης.

 
Καφενείο Τσινάρι Φωτογραφία Άγγελος Οικονόμου, από τη σελίδα Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης


Το τελευταίο απομεινάρι παραδοσιακού καφενείου «το Τσινάρι»σε μια μικρή πλατεία, κρατάει αγάντα για να συνδέει τα χρόνια με τις μνήμες μεταξύ τους.  Λίγο πιο πάνω η ταβέρνα Μακεδονικό, πιο πέρα ο Τζότζος με τους γραφικούς μεζέδες του, ο ρεμπέτης Πλασταράς με το καπηλειό του κοντά στον πύργο Τριγωνίου και κάτω απ’ αυτόν η ονομαστή ταβέρνα Δόμνα όπου ο Τάκης Νικολαίδης  κυνηγήθηκε όσο κανείς άλλος, για τα απαγορευμένα τραγούδια που παίζονταν  στο μαγαζί του. Άφησαν εποχή κι έγραψαν το καθένα την δική του ιστορία.

Σε κάποια από τα σοκάκια κάπου πίσω από τον πύργο Τριγωνίου,δίπλα στο "Καπηλειό του Πλασταρά" ,το μάτι θα σταματήσει σε μια πινακίδα που θα γράφει οδός Τσιτσάνη και σε μια μικρή πλατεία χαμένη στα καλντερίμια της πάνω πόλης στο τέρμα της οδού Πολιορκητού, που γράφει πλατεία Τσιτσάνη, με την προτομή του.Σε αυτή την οδό στον αριθμό 20 κατοίκησε παλαιότερα ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Κάπως έτσι  οι σύγχρονοι της Θεσσαλονίκης που κατοίκησαν τα αναπαλαιωμένα προσφυγικά  και τα παλιά αρχοντικά, ένιωσαν την ανάγκη  να τιμήσουν έναν από τους μεγάλους με τα χιλιοειπωμένα τραγούδια του, τον λαϊκό συνθέτη Βασίλη Τσιτσάνη από τα Τρίκαλα, κάτοικο της Θεσσαλονίκης τα πρώτα νεανικά του χρόνια.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942-1946) είχε δικό του μαγαζί, το 'Ουζερί ο Τσιτσάνης' στην οδό Παύλου Μελά , που έγινε διάσημο. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου, όπως την "Συννεφιασμένη Κυριακή"και το 'Μπαξέ Τσιφλίκι'. Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστές τραγουδίστριες όπως η Σωτηρία Μπέλλου, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Μαρίκα Νίνου και ο τραγουδιστής Πρόδρομος Τσαουσάκης.

Στη δεκαετία του '60, αρχίζει η εποχή της 'πρώτης αναβίωσης' του ρεμπέτικου, όπου και επανηχογραφούνται παλαιότερες επιτυχίες και εκδίδονται μελέτες πάνω στο θέμα και ανθολογίες τραγουδιών, από συγγραφείς όπως ο Ηλίας Πετρόπουλος και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, βιογραφίες ρεμπετών, ενώ γίνονται και αρκετές νέες ηχογραφήσεις.
onstantinos Tsakalidis SOOC  Lifo.jpg

Από τον Σεπτέμβρη του 2000 που εγκαινιάσθηκε η πλατεία Τσιτσάνη και κάθε πρώτο Σάββατο του Σεπτέμβρη  μέχρι σήμερα, δίνεται ραντεβού με τους φίλους του και τη Παρέα του Τσιτσάνηπιάνουν τα όργανα και τραγουδούν για τον μεγάλο λαϊκό  συνθέτη στην ομώνυμη πλατεία.



φωτογραφία από το μουσικό σχήμα Λαική Συνωδεία

konstantinos Tsakalidis SOOC  Lifo.jpg

Η "Παρέα του Τσιτσάνη" δημιουργήθηκε από τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον ερασιτέχνη μπουζουξή Νίκο Στρουθόπουλο, με σκοπό τη διάδοση και μελέτη του έργου του μεγάλου μας λαϊκού συνθέτη Βασίλη Τσιτσάνη.
Στην παρέα μετέχουν επίσης ο κιθαρίστας Νίκος Ζύγουρας και η τραγουδίστρια Δώρα Στρουθοπούλου. Και οι τέσσερις τραγουδούν και εμφανίζονται σε λαϊκούς χώρους και φιλανθρωπικά ιδρύματα.

 «Μη βλέπετε διάφορους γελοίους που εμφανίζονται ως ρεμπετολόγοι. Αυτοί ανακατεύουν τον Τσιτσάνη με το παραδάκι. Αυτά, εγώ τα αποδοκιμάζω... εμείς δίνουμε συναυλίες δωρεάν. Δεν είμαι από τους πληρωμένους». Η εισαγωγή του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου στη συναυλία που διοργάνωσαν - το απόγευμα το Σαββάτου - στο πατάρι του βιβλιοπωλείου τους στη Θεσσαλονίκη, οι εκδόσεις «Ιανός»,

"Κολοφώνα των αρετών του ρεμπέτικου, συνθέτη που είχε Παιδεία,  Μακρυγιάννη του τραγουδιού" χαρακτήρισε τον Βασίλη Τσιτσάνη: «Τον συνάντησα για πρώτη φορά όταν ήμουν 11 χρονών (το 1942) στη Θεσσαλονίκη. Έξι μήνες προτού παντρευτεί... Έκτοτε – στα 42 χρόνια που ακολούθησαν ως το θάνατο του (το 1984) ήταν λιγοστές οι επικοινωνίες μας... Κάποτε του έστειλα στίχους μου να τους μελοποιήσει μου τους επέστρεψε, δεν του άρεσαν. Με ρωτούσε για ορισμένα τραγούδια του. Του απαντούσα: «Απαράδεκτο!». Θύμωνε. Μαλώναμε πολύ όσο ζούσε ... Δεν πειράζει, τον θεωρώ κορυφαίο...».
konstantinos Tsakalidis SOOC  Lifo.jp

Σε μια συνέντευξη του στην Κρυσταλία Πατούλη ,μεταξύ των άλλων είπε

«Ο Τσιτσάνης πιστεύω ότι ήταν μία σπάνια μεγαλοφυϊα. Ενώ ήταν ένας απλός, κι ένας βλάχος, έκανε εκπληκτικά τραγούδια. Τα αγαπημένα μου τραγούδια του Τσιτσάνη είναι πολλά. Δεν μιλώ για την Συννεφιασμένη Κυριακή. Την έχω βαρεθεί πια, όλος ο κόσμος την πιπιλάει σαν καραμέλα και έχω την εντύπωση ότι είναι μέτριο τραγούδι... Υπάρχουν όμως, άλλα, κυρίως ερωτικά.

Όταν με ρωτούν «τι σας αρέσει πιο πολύ από τον Τσιτσάνη» εγώ τους απαντώ «Τα τρία Άλφα».
Τα τρία Άλφα, είναι τρία τραγούδια που η πρώτη τους λέξη αρχίζει από Άλφα: «Αρχόντισσα» ένα, «Αχάριστη» δύο, «Αθηναίϊσσα» τρία.

Δεν είναι μόνο αυτά, υπάρχουν και άλλα, αλλά αυτά μου αρέσουν περισσότερο. Η Αθηναίϊσσα μάλιστα είναι σε ρυθμό οριεντάλ, δηλαδή, αμφισβητούμενα ορθόδοξο ρεμπέτικο.

Εγώ τραγουδάω Τσιτσάνη αποκλειστικά, με την «Παρέα του Τσιτσάνη», που είμαστε εντελώς… άλλα μυαλά. Πρώτα-πρώτα έχουμε ένα ρεπερτόριο 187 τραγουδιών και σε κάθε συναυλία επιλέγουμε κάθε φορά 25 τραγούδια, που κρατούν μιάμιση ώρα...

«Η «Αρχόντισσα» είναι μια ερωτική ιστορία, που περιγράφεται πως γνώρισε κάποια στην Αθήνα που ήταν σπουδαία, αλλά ίσως και λίγο… μισότρελη, κι ότι κουράστηκε για να την αποκτήσει, ξεπατώθηκε, τρελάθηκε, αλλά την λατρεύει. Δεν είναι μασάλια (χαζομάρες). Η ποιότητα των στίχων είναι εκπληκτική. Και σκέψου ότι ο Βασίλης Τσιτσάνης το έγραψε 23 χρονών! Νήπιο, δηλαδή. Είναι το ωραιότερο τραγούδι του. Η «Αρχόντισσα»! Είναι εκπληκτική! Ντίνος Χριστιανόπουλος

Κουράστηκα για να σε αποκτήσω
αρχόντισσά μου μάγισσα τρελή
σαν θαλασσοδαρμένος μες στο κύμα
παρηγοριά ζητούσα ο δόλιος στη ζωή


Πόσες καρδούλες έχουν μαραζώσει
και ξέχασαν για πάντα τη ζωή
μπροστά στ' αρχοντικά σου τα στολίδια
σκλαβώθηκαν για σένα ξένοι και ρωμιοί


Αρχόντισσα τα μαγικά σου μάτια
τα ζήλεψα τα έκλαψα πολύ
φαντάστηκα, σκεφτόμουνα παλάτια

μα συ με γέμισες μαρτύριο στη ζωή

Στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος
Πρώτη εκτέλεση: Στράτος Παγιουμτζής, Τεμπέλης & Στελλάκης Περπινιάδης ( Ντουέτο )
Άλλες ερμηνείες:
Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος & Αντώνης Ρεπάνης ( Ντουέτο )
Γιώργος Νταλάρας



Έγραφε ο Πάνος Σαββόπουλος στην Ελευθεροτυπία
Από το 1994 ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει συνδέσει το όνομά του με τον Βασίλη Τσιτσάνη, κυρίως μέσω των βιβλίων που έχει γράψει γι' αυτόν, αλλά και μέσω της ορχήστρας «Η παρέα του Τσιτσάνη». Ετσι, το 1994 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διαγώνιος το βιβλίο του Ο Βασίλης Τσιτσάνης και τα πρώτα τραγούδια του (1932-1946), στο οποίο κατέγραψε 115 τραγούδια του Τσιτσάνη ταξινομημένα όχι κατά χρονολογική σειρά γραμμοφώνησης, αλλά κατά σειρά γραφής (σύνθεσης). Το 2001 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μπιλιέτο το βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί γερμανικής κατοχής, μια μελέτη για τα 31 τραγούδια της περιόδου 1941-1946.

Η αγάπη πάντως του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τον Τσιτσάνη άρχισε πολύ νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1942, όταν, εντεκάχρονος τότε και για να μην πεθάνει από την πείνα μέσα στην Κατοχή, γύριζε εδώ κι εκεί πουλώντας τσιγάρα, σπίρτα κ.λπ. κι έτσι μπαινόβγαινε και στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα στην οδό Νικηφόρου Φωκά, μια λαϊκή μάντρα με πελάτες κυρίως μαυραγορίτες, στην οποία για κάποιους μήνες έπαιζε και τραγουδούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης. Να σημειωθεί εδώ με την ευκαιρία ότι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ήταν ο πρώτος που κατέγραψε 200 ρεμπέτικα τραγούδια με στίχους και στοιχεία και να τονιστεί ότι με «φιλικό» τρόπο τα τραγούδια αυτά βρέθηκαν στα χέρια του Ηλία Πετρόπουλου στα μέσα του 1960. Στη συνέχεια, ο Πετρόπουλος πρόσθεσε άλλα 400 τραγούδια, έγραψε κάποιες ενδιαφέρουσες, αλλά μερικώς αμφιλεγόμενες σημειώσεις, πρόσθεσε ένα γλωσσάρι της μάγκικης αργκό καθώς κι ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό και τελικά εξέδωσε το 1968 το καλαίσθητο βιβλίο Ρεμπέτικα Τραγούδια, χωρίς να αναφέρει ότι τα 200 τραγούδια προέρχονταν από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο...

Οταν το 1961 ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, και ύστερα από αρκετά σχετικά άρθρα για το ρεμπέτικο, εξέδωσε την πρώτη του ολοκληρωμένη μελέτη, την Ιστορική και αισθητική διαμόρφωση του ρεμπέτικου τραγουδιού, την αφιέρωσε εντύπως ως εξής: «Στον αγέραστο Βασίλη Τσιτσάνη και στην αξέχαστη Μαρίκα Νίνου». Ο Τσιτσάνης μάλιστα συγκινήθηκε πολύ και ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα τη γνωριμία και τη σύνδεση μαζί του.

Σημαντική ήταν η παρουσία της «Παρέας του Τσιτσάνη», της μικρής αυτής μουσικής ομάδας που ξεκίνησε το 1998 και στην οποία συμμετείχε και τραγουδούσε ο ίδιος ο εμπνευστής της, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Και ήταν σημαντική γιατί με μόνο δύο όργανα, μπουζούκι και κιθάρα, και με 3 ή 4 φωνές αποδίδονταν πιστά τα τραγούδια της μεγάλης αυτής τρικαλινής μουσικής ιδιοφυΐας, χωρίς να διασύρονται, όπως γίνεται από μεγάλες και ...βροντώδεις ορχήστρες με ηλεκτρικούς τετράχορδους μπουζουκομπαγλαμάδες που συνοδεύουν έντεχνους (τρομάρα τους) ερμηνευτές σε λαϊκές (υποτίθεται) συναυλίες. Αξιοσημείωτο είναι ότι η «Παρέα του Τσιτσάνη» ελκύει πολύ την ψαγμένη νεολαία, κάτι που οι «βροντώδεις έντεχνοι» όχι μόνο δεν κάνουν, αλλά αντιθέτως προκαλούν γέλια και σχόλια-σχολιανά... (Αυτά τα ξέρουμε και ύστερα από σχετικές έρευνες, τα ξέρουν δε και εταιρείες δίσκων, όπως ασφαλώς μαθαίνουμε απ' τους συμπαθείς «χαφιέδες» μας...). Για τους στόχους της «Παρέας του Τσιτσάνη» ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει γράψει το εξής χαρακτηριστικό: «Εάν αξίζει να παίζουμε όχι μόνο για τον εαυτό μας αλλά και για τους άλλους, αυτοί οι άλλοι θα ήταν προτιμότερο να είναι οι απόκληροι της ζωής και όχι τα στίφη που κατακλύζουν τις λαϊκές συναυλίες».

Και φέτος, στα 25 χρόνια της «απουσίας» του Τσιτσάνη, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μάς αιφνιδίασε με το καινούριο του βιβλίο Ανθολογία τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη με κριτικό υπόμνημα (εκδόσεις Ιανός, 2009). Πρόκειται για 187 τραγούδια του Τσιτσάνη (περίπου το ένα τέταρτο του συνόλου των τραγουδιών του) επιλεγμένα από τον Χριστιανόπουλο, που για να φτάσουν στο τυπογραφείο, σ' ένα βιβλίο 373 σελίδων, απαιτήθηκαν 16 χρόνια! Το βιβλίο αποτελείται από δύο κύρια μέρη. Στο πρώτο μέρος καταγράφονται οι στίχοι των 187 αυτών τραγουδιών και στο δεύτερο δίνονται πληροφορίες (συχνά πολύ λεπτομερείς) αλλά και κρίσεις για τα τραγούδια αυτά. Ετσι μαθαίνουμε για κάθε τραγούδι πότε γράφτηκε, πότε πρωτογραμμοφωνήθηκε, ποιος έγραψε τους στίχους, και τι χορός είναι. Συχνότατα όμως παίρνουμε κι άλλες πληροφορίες, όπως: αν υπάρχουν παρτιτούρα ή νότες του τραγουδιού, αν υπάρχουν δημοσιεύσεις για το τραγούδι, αν υπάρχουν στοιχεία για συγγένειες με τους στίχους ή τη μουσική του, αν υπάρχει αυτόγραφο του Τσιτσάνη γι' αυτό, αν υπάρχουν γλωσσικά στοιχεία, τυχόν μεταφράσεις σε άλλη γλώσσα, συμμετοχή του τραγουδιού σε κινηματογραφική ταινία, «διαπίδυση» (πείτε «ώσμωση» αν θέλετε) σε νεότερες λαϊκές μουσικές ή στη λογοτεχνία, τυχόν άλλη ιδιαίτερη ανθολόγησή του και πολλά άλλα στοιχεία. Το τραγούδι πάντως που έχει τις περισσότερες πληροφορίες και σχόλια, είναι βεβαίως η «Συννεφιασμένη Κυριακή» (6 χορταστικές σελίδες!). Εκτός απ' αυτά, το βιβλίο περιέχει: κατάλογο βιβλίων για τον Τσιτσάνη, κατάλογο βιβλίων με τραγούδια του Τσιτσάνη, γλωσσάρι της ανθολογίας, κατάλογο στιχουργών και συμμετόχων στα τραγούδια, κατάλογο ερμηνευτών και ευρετήριο πρώτων στίχων.

Η επιλογή των τραγουδιών από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, για την ανθολογία του, φαίνεται να έγινε με γνώμονα κυρίως την ομορφιά στίχων και μουσικής, τη διαχρονικότητα (πολλά απ' αυτά «ζουν» φρέσκα μέχρι σήμερα στα πάλκα, στις πίστες, αλλά και στη δισκογραφία), και την αντιπροσωπευτικότητα των περιόδων σύνθεσης του Τσιτσάνη. Νομίζω μάλιστα ότι σχεδόν οποιοσδήποτε γνώστης του έργου του Τσιτσάνη, αλλά και οπαδός της «κρυφής θρησκείας του» (φράση του Ντ. Χρ.) επιχειρούσε να επιλέξει 187 από τα 700 τόσα τραγούδια του, σχεδόν στα ίδια θα κατέληγε. Και το λέω αυτό για να τονίσω την αντικειμενικότητα της επιλογής! Γιατί το να επιχειρήσει κάποιος να ανθολογήσει, από οποιονδήποτε δημιουργό, τραγούδια με γνώμονα τον (λίαν υποκειμενικό) χαρακτηρισμό «αριστούργημα» είναι πολύ παρακινδυνευμένο και χωρίς αντιπροσωπευτικότητα και αντικειμενικότητα (αν και βέβαια υπάρχει και το «εγώ έτσι νομίζω...»). Σχετικά σας λέω ότι ξέρω άτομα τα οποία μετρούν τα «αριστουργήματα» του Τσιτσάνη σε 60-70, άλλα σε 110-120, άλλα σε 200 και άλλα σε ...όλα του. Και σας ομολογώ ότι πάντα ένιωθα άβολα όταν ήταν ανάγκη να χρησιμοποιήσω τη λέξη «αριστούργημα» για κάποιο τραγούδι.

Είναι αυτονόητο, μετά τα παραπάνω, ότι θέλω να συστήσω θερμά το βιβλίο όχι μόνο στους φίλους των τραγουδιών του Τσιτσάνη και στους φίλους των ρεμπέτικων, αλλά και σε κάθε ευαίσθητο που ενδιαφέρεται για τη λαϊκή μας μουσική, την καταγωγή της.
 Και την ιστορία της
konstantinos Tsakalidis SOOC  Lifo.jpg

konstantinos Tsakalidis SOOC  Lifo.jpg


Αναρωτιέμαι πως θα μπορούσε κάποιος να επιστρέψει στη πολύβουη πόλη, αν πρώτα είχε περπατήσει στα στενά της πάνω πόλης, είχε αφουγκραστεί τη ψυχή της με τα ρεμπέτικα και τις ομορφιές της. Αν μέναμε παρέα στις αυλές και μαζεύαμε από τις νοικοκοιρές τις ιστορίες τους, είναι βέβαιο ότι δεν θα παίρναμε τον δρόμο της επιστροφής, θα περιμέναμε μέχρι τον επόμενο Σεπτέμβρη για να γίνουμε συμμέτοχοι σ’ αυτή τη γιορτή.


Τάσος Ορφανίδης




Βασίλης Τσιτσάνης (1915-1984)
Ντίνος Χριστιανόπουλος ψευδώνυμο του  Κωνσταντίνος Δημητριάδης

δείτε τα παρακάτω video


  
Δύο από τα μέλη της παρέας του Τσιτσάνη , ο Νίκος Στρουθόπουλος (τραγούδι –μπουζούκι) και ο καθηγητής εργατικού δικαίου  Άρις Καζάκος , συναντήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και συζητούν με τη στιχουργό Λίνα Νικολακοπούλου και τη δημοσιογραφο Αλεξάνδρα Χριστακάκη για τον Βασίλη Τσιτσάνη και διαβάζουν πίσω από τις γραμμές τα τραγούδια του 

(πατήστε πάνω στους παρακάτω συνδέσμους για να τους ακούσετε)

http://www.stokokkino.gr/article/1000000000031420/I-parea--tou-Tsitsani-milaei-Sto-Kokkino-gia-ton-megalo-dimiourgo---A-meros

http://www.stokokkino.gr/article/1000000000031425/I-parea--tou-Tsitsani-milaei-Sto-Kokkino-gia-ton-megalo-dimiourgo---B-meros

πηγές : Βικιπαίδεια, Μηχανή του χρόνου,Lifo,στο κόκκινο,tvxs, Ελευθεροτυπία

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

παιδικά όνειρα

φωτογραφία Θάνος Χαρίσης 

Που να το φανταστώ ήμουν  παιδί ακόμη.
Έτσι περνούσαν οι χαμένες ώρες, 
ανάμεσα σε μπίλιες στον δρόμο,
αγνάντι στη θάλασσα,
συρμάτινα παιχνίδια σκόρπια  στο δάπεδο και 
εξορμήσεις στο σέιχ σου για κλοτσοσκούφι. 

Κάθε φορά  μονολογούσα που η μπάλα έβρισκε στο κεφάλι και 
οι σκέψεις μπερδευόταν με τα όνειρα σε αλλόκοτα μονοπάτια.

Κάπως έτσι μαζεύτηκαν τα παιδιά απ’ το γειτονικό σχολείο,
με τα κινητά στο χέρι, φωνές ,χαμόγελα ,πειράγματα, 
σε ηλεκτρονικά γήπεδα.

Η θέα της πόλης; ποια πόλη
Κήποι του πασά; ποιοι κήποι 

Φλάς,  selfie
ναυαγισμένες εικόνες γεμάτες απόνερα ,
σκόρπιες σε φαντεζί χρώματα.

Δεν είχα τρόπο να δακρύσω, 
ν' αγκαλιάσω αυτά που  ξεχαστήκανε.

Τάσος Ορφανίδης

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Αντίο



Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης 
Η βροχή ραπίζει το πρόσωπο ,
ανάμεσα σε βλέφαρα και  δάκρυα που δεν σταματούν να ακολουθούν,
τις αυλακιές από τις ρυτίδες.

Εκεί σε συνάντησα καημένε μου,
όπου τα λόγια σου μάραιναν για να τ’ ακούω,
συλλαβές που δύσκολα ξεχώρισαν στο σαστισμένο πλήθος.

Έχεις καιρό ακόμη,
οι πέτρες όταν πλησίασαν η μια την άλλη ράγισαν.

Πόσο μ’ αρέσει εκεί στους γεροπλάτανους στην πλατεία, 
την έχουν κατοικήσει  μαυροπούλια,
ας κάνουμε κάτι να της θυμίσουμε ότι περάσαμε κάποτε.

Κάθε μέρα που στρώνω το τραπέζι, μετρώ τις καρέκλες και τα σερβίτσια,
τα ποτήρια είναι ακόμη αδειανά και το κρασί στέκει στην κανάτα,
μέχρι που να μαζευτούμε.

Έτσι θα συναντηθούμε,
Θέλω να κρατάς  στο χέρι το ποτήρι σου γεμάτο κόκκινο κρασί,
να μεθύσουμε  μαζί .

Μου προμήνυσαν ότι γερνάω γρήγορα. 
Μια μέρα θα γράψω αντίο.


Τάσος Ορφανίδης

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Ήρθε η ώρα να γίνει το Μουσείο στο Γεντί Κουλέ

 φωτογραφίες Θάνος Χαρίσης

 «Γιατί τάχα –και με ποιο ηθικό δικαίωμα– πρέπει να μιλήσω για το Επταπύργιο, όταν δεν υπήρξα παρά μόνο ένας από τους χιλιάδες ανώνυμους που πέρασαν από εκεί – και πώς να λησμονήσουμε εκείνους που για πάντα έμειναν εκεί.»
(ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, έγκλειστος στο Γεντί Κουλέ. όπου έζησε την εφιαλτική εμπειρία του μελλοθανάτου)




Αν θα μπορούσαμε να κρατήσουμε στα χέρια μας όσα γράφηκαν την μαύρη περίοδο των φυλακών του Γεντι Κουλέ και βρούμε την δύναμη να ακολουθήσουμε λέξη προς λέξη τα όσα εννόησαν  ποιήματα,  σημειώματα,  στίχοι τραγουδιών,   τότε θα έχουμε συναντήσει την ψυχή τους.

Είναι μεγάλη η κληρονομιά και μοναδικής αξίας. Κι όμως χρειάζονται όλες αυτές οι μνήμες να στεριώσουν στον χώρο που γεννήθηκαν, να μη λησμονηθούν.



Ο Αναγνωστάκης θα μιλήσει για όλα αυτά στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο Μιλώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
τους μαστροπούς ποιητές που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματα Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί γαλήνιοι το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.



Ενώ  γράφει ο Κύπριος ποιητής Θεοδόσης Πιερίδης στο συγκλονιστικό του ποίημα «Νίκος Νικηφορίδης»


Κι όταν εστάθηκες ορθός, στης γης τη μέση
εσύ και τ’ άγρια στόματα των ντουφεκιών,
εσύ και η σκυλίσια ψυχή των δημίων,
εσύ και η Ελλάδα που σε καμάρωνε
εσύ και ο λαός σου που άπλωνε τα χέρια του
και τ’ ακουμπούσε απάνω σου να σε στεριώσει,
εσύ κι ο θάνατος που ντροπιασμένος έσκυψε τα μάτια,
κοίταξες τότε για στερνή φορά
τα χρυσά μάτια της μεγάλης σου αγάπης
ένα στερνό φιλί της έστειλε με τα δαχτύλια σου
και για στερνή την ονόμασες φορά:
ε ι ρ ή ν η,


Καμιά  άλλη  φυλακή δεν τραγουδήθηκε τόσο.

 Ο Μάρκος Βαμβακάρης θα γράψει το 1936 το «Αντιλαλούνε οι φυλακές».
Ο Απόστολος Καλδάρας θα γράψει το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», το οποίο στην πρώτη του στροφή έλεγε «νύχτωσε και στο Γεντί» και όχι «το σκοτάδι είναι  βαθύ», που το 1949 θα απαγορευτεί.
Ο Γιώργος Μητσάκης «Τα κάστρα του Γεντί Κουλέ» που πρωτοτραγουδήθηκε  το 1960,



Ο έγκριτος δημοσιογράφος και συγγραφέας Χρίστος Ζαφείρης έγραψε στο ιστολόγιο του  https://thessmemory.wordpress.com


Ήρθε η ώρα να γίνει το Μουσείο στο Γεντί Κουλέ

Με τέτοιο ιστορικό, ανθρώπινο και συναισθηματικό φορτίο, το Γεντί Κουλέ έπρεπε εδώ και καιρό να στεγάσει την πολύχρονη και βαριά ιστορία του. Είναι ένα ζωντανό μνημείο, με τα κελιά, τα κρατητήρια και τους θαλάμους των κρατουμένων, για τους κατοίκους και επισκέπτες της Θεσσαλονίκης και τη νέα γενιά. Όμως σε κάποιους από τους διατηρητέους θαλάμους είναι ανάγκη να αναπτυχθεί ένα μουσείο της φυλακής του Γεντί Κουλέ, ένα γενικότερο μουσείο κοινωνικής και αγωνιστικής ιστορίας, της νεότερης ιστορίας της Θεσσαλονίκης, όπου θα περνούν οι κοινωνικοί αγώνες του Μεσοπολέμου, οι έγκλειστοι και εκτελεσμένοι της Κατοχής, του Εμφυλίου, οι κρατούμενοι της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου. Αυτό το «Μουσείο Κοινωνικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης», που σέρνεται ως ιδέα εδώ και καιρό, νομίζω πως μπορεί να στεγαστεί στους παλιούς θαλάμους του Γεντί Κουλέ. Αρχειακό και φωτογραφικό υλικό υπάρχει, ντοκουμέντα των επί μέρους ιστορικών περιόδων είναι διαθέσιμα, προσωπικές μαρτυρίες έχουν διασωθεί, αγωνιστές της Χούντας που κρατήθηκαν στα υγρά κελιά του ζούνε ακόμη. Ακούγεται πως γίνεται κάποια ζύμωση από ενδιαφερόμενους παράγοντες για την ίδρυση του Μουσείου, αλλά δεν εμφανίστηκε ακόμη κάποιο συγκεκριμένο διάγραμμα. Ο χώρος είναι εκεί και μας περιμένει, άνθρωποι να συνδράμουν έχουν διάθεση, η αναγκαιότητα είναι υπαρκτή, αν εκδηλωνόταν και η πολιτική βούληση και η σύμπνοια των τοπικών αρχών και των υπηρεσιακών παραγόντων που εποπτεύουν το μνημείο, θα ήταν μια εξαιρετική πρωτοβουλία και συγκυρία για την αξιοποίηση και την προβολή της νεότερης κοινωνικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης και της Ελλάδας γενικότερα στο ιδεώδες μνημείο του Γεντί Κουλέ.


Κάθε πρωί σχεδόν άνοιγαν οι σιδερένιες πόρτες των κελιών και έπαιρναν τους μελλοθάνατους για εκτέλεση. Αυτές τις μνήμες των πολιτικών θανάτων και τη διαδρομή ως το γειτονικό κρανίου τόπο ανακαλεί στο ποίημα «Το Πρωί» ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, έγκλειστος στο Γεντί Κουλέ και μελλοθάνατος των πολιτικών παθών του Εμφυλίου:


Τ πρω
Στς 5
ξηρς
Μεταλλικς χος
στερα π τ φορτωμένα καμιόνια.
Πο θρυμματίζουνε τς πόρτες το πνου.
Κα τ τελευταο «ντίο» τς παραμονς
Κα ο τελευταοι βηματισμο στς γρς πλάκες
Κα τ τελευταο σου γράμμα
Στ παιδικ τετράδιο τς ριθμητικς
Σν το μικρο παραθυριο τ δίχτυ
Πο τεμαχίζει μ κάθετες μαρες γραμμς

Το πρωινο χαρούμενου λιου τν παρέλαση.


Αυτό το λιτό απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Σαμουηλίδη «Επταπύργιο» δίνει τη θλιβερή ατμόσφαιρα στο Γεντί Κουλέ κατά τη διαδικασία των εκτελέσεων.


«Μαζί με τις πρώτες χρυσές ακτίνες που πασάλειψαν τα πλαίσια των μεγάλων παραθυριών, αντήχησαν τα ξερά παρατεταμένα κροταλίσματα των όπλων του εκτελεστικού αποσπάσματος. Οι πυροβολισμοί ξανακούστηκαν μετά από λίγο πιο αραιοί και πιο αδύνατοι. Θα ήταν οι χαριστικές βολές. Και μετά τίποτε…».

Αναρωτιόταν στο ποίημά του "Κράτα γερά" (1968) ο Νίκος Χλωρός

"Μα ποιος εκλείδωσε τις φλόγες μας σ' αυτό το πνιγηρό και σκοτεινό μπουντρούμι; Γιατί να τρεμοσβήνουμε εμείς που απειλούσαμε να πυρπολήσουμε τις παρυφές του κόσμου;"

Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα στη μνήμη όσων άδικα χάθηκαν και μαρτύρησαν στις Μαύρες φυλακές του Γεντί Κουλέ, μνήμες που θα κρατήσουμε και δεν θα λησμονήσουμε,
  
«Σπάστε τα δεσμά, σαν υπόκωφος θόρυβος ακούγεται

Ακρωτηριασμένες στιγμές της μνήμης σε σκοτεινές μέρες»


Τάσος Ορφανίδης


Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

εξομολόγηση

Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης 
Αχ και να μπορούσα ! ούτε αυτό φθάνει
Από την μια έρχεται η καταιγίδα, απ’ την άλλη είσαι εσύ.
Θα έβαζα σ’ ένα σακί εφόδια, να ‘μενα για μέρες στο σπίτι.
Μόνος, χωρίς εσένα να κρυφοκοιτάζεις την κατάντια μου,θα ‘πρεπε να κρυφτώ στο υπόγειο.

Ξέρεις ότι όταν συναντώ τα μάτια σου περιέχουν ερωτήματα, δεν είμαι έτοιμος για απαντήσεις,τις έχω θάψει.
Φοβάμαι ότι αν αρχίσεις να συλλέγεις τις στιγμές μου, θα έχει μείνει το κουφάρι μου, δεν είναι κρίμα .Θα μ’ έχουν λεηλατήσει οι αμαρτίες μου, θα σταματήσω να περιφέρομαι στα σκοτεινά δωμάτια και το φως απ τις χαραμάδες θα με σταυρώνει.

Αχ και να μπορούσα ! 
Μια ηλιαχτίδα να καθόταν πλάι μου, να πιάναμε κουβέντα, να ένιωθα το απαλό της χάδι στο πρόσωπο σαν ένα φιλί  νομίζω, θα ήταν η πρώτη μου ειλικρινής  σχέση.


Τάσος Ορφανίδης  

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

θυμός




Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης

Όταν ανταμώσαμε, μου φάνηκε ο θυμός του  άγριο  πρόσωπο  χωμένο σε λάσπη, χωρίς μάτια μόνο κόγχες, χωρίς χείλια μόνο δόντια και το χρώμα κόκκινο σαν αίμα. 

Φόβο είχε στα μάτια, το θυμάμαι καλά σαν σήμερα, μέχρι που η μέρα πήρε την αυγή και την ακούμπησε στη νύχτα .

Όνειρο φαίνεται θάταν , ξέμπαρκο σε ταραγμένες θάλασσες.

Τάσος Ορφανίδης