Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

μοναξιά



Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης

Δεν μ’ ενοχλεί η μοναξιά, ακούω τη φωνή της να μου σιγομουρμουρίζει, πως κάποτε ήταν μια γριά ξερακιανή άθλια και ελεεινή .Τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους ξέπλεκα, άγρια, απεριποίητα , σχοινιά να δέσουν κάθε απελπισμένο. Ρούχα βρώμικα σκέπαζαν το σκελετωμένο κορμί της .
Καθώς το βήμα της περιφερόταν μέσα στην άδεια κάμαρη, το φόρεμα της σκούπιζε τη σκόνη απ’ το δάπεδο,ξαράχνιαζε τα ντουβάρια, τα παραθύρια και τις πόρτες.

Σαν έπεφτε η νύχτα κι άπλωνε τα πέπλα της γύρω στη φύση , νυχτοπεταλούδες στόλιζαν το κεφάλι της, μα ομορφιά καμία. Τα μάτια της σκούρυναν και το βήμα της γινότανε αργό. Σε κάθε βήμα της, όλα τα έρποντα εξαφανίζονταν από φόβο κι όταν την έπιανε ξερόβηχας το πέταγμα από τις νυχτερίδες σκοτείνιαζε τον ουρανό που είχε πάρει τα χρώματα της πεταλούδας.

Τάσος Ορφανίδης 


Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Λες και ήταν χθες, ωδή στον Αλέκο Σακελλάριο

κείμενο, φωτογραφίες και βίντεο Τάσος Ορφανίδης 



«Λες και ήταν χθες» η μουσικοχορευτικοθεατρική παράσταση σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μιλτιάδη Μαρέτα. Ωδή στον Αλέκο Σακελλάριο , σ’ ένα ονειρικό περιβάλλον, το προαύλιο της Παναγίας στα Βράσταμα Χαλκιδικής, 12 Αυγούστου.


video

Θαυμάσια η Μουσική συντροφιά «Αργάς».


Απολαυστική η Μέλπω Χριστολιάκου στον ρόλο του μπεκρή και του γκαρσόνι.

Ωραία έκπληξη, οι τσιγγάνες από το χορευτικό της Γαλάτιστας!
Υπέροχο το ταγκό,με νοσταλγία και ομορφιά !
(δείτε τα παρακάτω 2 video)



Ζεστή η παρουσία του κοινού από το χωριό και τα περίχωρα του Πολυγύρου!

Σαν ένα χάδι στις αναμνήσεις της, είδε η Μάνα μου  τη ζωή της 90 χρόνια πίσω, με την εξαιρετική αυτή παράσταση . Συγκινημένη δέχθηκε ένα φιλί από τον Μιλτιάδη Μαρέτα, ο οποίος είδε στο πρόσωπο της να κυλούν τα δικά του δάκρυα χαράς και των υπόλοιπων συντελεστών της θαυμάσιας παράστασης.


Διαβάζουμε στην περίληψη του βιβλίου «Λες και ήταν χθες»

Όλοι εξαργυρώνουμε, κάθε μέρα που περνά, κάθε ώρα και λεπτό της ζωής μας, κομμάτι-κομμάτι, με αναμνήσεις. Αναμνήσεις γλυκές ή πικρές, αναμνήσεις σπουδαίες ή μικρές, αναμνήσεις κάθε λογής, άλλες αξέχαστες κι άλλες θαμπές και ξεθωριασμένες. Μα οι αναμνήσεις κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων, που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο πέρασμά τους από τη ζωή όλων μας, αποκτούν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον καθένα μας, γιατί κατά κάποιον τρόπο είναι και λίγο δικές μας, αφού άγγιξαν τη ζωή εκείνων που άγγιξαν τη ζωή τη δική μας!
Λες και δεν ήταν κάποτε… Λες και είναι τώρα!
«Λες και ήταν χθες» το βιβλίο των αναμνήσεών του μοναδικού κι ανεπανάληπτου Αλέκου Σακελλάριου!
“Λες και ήταν χθες”, που κάποιοι, δακρύζαμε πότε από τα γέλια και πότε από τη συγκίνηση, καθώς παρακολουθούσαμε τις ταινίες του. Λες και είναι σήμερα!
Λες και θα ’ναι πάντα!















Ο Αλέκος Σακελλάριος (7 Νοεμβρίου 1913 - 28 Αυγούστου 1991) λειτούργησε ως θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης. Εξαιρετικά δημοφιλής και παραγωγικός, υπήρξε από τους σημαντικότερους ανανεωτές της μεταπολεμικής νεοελληνικής κωμωδίας και από τους σημαντικότερους στιχουργούς του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού. 
Έγραψε μόνος ή συνεργαζόμενος περίπου 200 θεατρικά έργα και 60 κινηματογραφικά σενάρια. Γνωστότερα απ' αυτά είναι: Οι Γερμανοί ξανάρχονται, 'Ενας ήρως με παντούφλες, Ένα βότσαλο στη λίμνη, Σάντα Τσικίτα, Θανασάκης ο πολιτευόμενος, Δεσποινίς ετών 39, Ούτε γάτα, ούτε ζημιά, Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες, Ο φίλος μου ο Λευτεράκης, Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο, Η θεία απ' το Σικάγο, Η καφετζού, Η κυρά μας η μαμή, Ο Ηλίας του 16ου, Το ξύλο βγήκε απ'τον Παράδεισο, Τα κίτρινα γάντια, Αλίμονο στους νέους, Η Αλίκη στο ναυτικό,Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, Χτυποκάρδια στο θρανίο, Το δόλωμα, Υπάρχει και φιλότιμο.


Έγραψε επίσης τους στίχους -μόνος, με τον Γιαννακόπουλο ή με άλλους- σε περίπου 2.000 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως «Άστα τα μαλλάκια σου», «Θα σε πάρω να φύγουμε», «Μάρω-Μάρω μια φορά είν' τα νιάτα», «Άλα, άνοιξε κι άλλη μπουκάλα» , «Το μονοπάτι», «Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα», «Ένα βράδυ που 'βρεχε», «Άρχισαν τα όργανα», "Έχω ένα μυστικό", "Υπομονή", "Σήκω χόρεψε συρτάκι" και πολλά άλλα. Συνεργάστηκε με ευρεία γκάμα συνθετών (από τον Νίκο Χατζηαποστόλου και τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, ως τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιώργο Ζαμπέτα και τον Γιάννη Σπανό). Ιδιαίτερα σημαντικές για το ελληνικό τραγούδι ήταν οι συνεργασίες του με τον Κώστα Γιαννίδη και τον Μιχάλη Σουγιούλ. Σπουδαία -και εξαιρετικά επιτυχημένα- ήταν και τα τραγούδια που έγραψε με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Πηγή Βικιπαίδεια


Την επόμενη παράσταση μπορείτε να παρακολουθήσετε,
 στις 17 Αυγούστου στον Πολύγυρο


Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Το πετάρισμα μιας πεταλούδας

Νίκη Μιχοπούλου 

Μέσα στη σιωπή της φύσης,
ακούω τη φωνή της μοναξιάς, 
που έχει τα χρώματα της πεταλούδας.

Φλόγες που ταξιδεύουν με σκέψεις,
δυσκολίες για λίγο που γίνονται καπνός

'Ένα μπουκέτο αγριολούλουδα ,
οι λαθρεπιβάτες στο όνειρο
καρδιές  που θα γεννήσουν η θα πεθάνουν.

Φιγούρες που   δεν αφήνουν τον ίσκιο τους,
να κρατάει επίμονα μια θέση
στον  κύκλο της χαμένης προσευχής.


Ανάμεσα στη ζωή και το πετάρισμα μιας πεταλούδας,  
κρύβεται το ειρωνικό  χαμόγελο.

Τάσος Ορφανίδης




Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Ο ξενιτεμός των παιδιών μας



Θάνος Χαρίσης
Ξημέρωμα στα μέσα του Ιούλη, με τις εναλλαγές του καιρού να παίζουν με τη διάθεση. Μέρες καύσωνα και μέρες βροχερές, έκαναν τις δικές τους συμφωνίες, για την ισορροπία της φύσης. Η βροχή των προηγούμενων ημερών πότισε τη γη αρκετά, συμφιλιωμένη με τις ανάγκες των γεωργών στα ποτίσματα τους.  Οι γεωργικές εργασίες, ανακουφίσθηκαν για λίγο. Οι παραλιακοί παράδεισοι της μέρας και της νύχτας, είχαν τη δική τους ανάπαυλα, μέχρι το επόμενο εγερτήριο, που θα σημάνει το ξεσάλωμα  τους. 
 
Το φως της μέρας, τρύπωσε μέσα από τις γρίλιες. Ο ύπνος ήταν ελαφρύς, φτιάχνοντας καλή διάθεση, για τη συνέχεια της μέρας. Είχαμε να κάνουμε πολλά χιλιόμετρα, για συνάντηση με φίλους , που μπήκε στο πρόγραμμα μας με ιδιαίτερη χαρά, χωρίς αναστολή. Η καλημέρα φέρνει όλη τη μέρα στο προσκέφαλο και δεν μπορείς να επιστρέψεις το επισκεπτήριο της. Το ξύπνημα ήταν όμορφο, είχαμε το ταξίδι μπροστά μας. 

 Τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται, για όσους κρατάνε βαθιά στη ψυχή τους τα έθιμα και τις συνήθειες του χωριού τους, να επιστρέφουν με την πρώτη ευκαιρία . Κάπως έτσι η σμίξη φίλων,ένας  γάμος μια βάφτιση, είναι ένα  γεγονός,μια αφορμή  σε συγγενείς και φίλους για να ανταμώσουν. 

Τα ήθη και τα έθιμα ενός τόπου, υπερισχύουν στις ανάγκες του. Η αναζήτηση εργασίας, οδήγησε πολλά νέα ζευγάρια να ξενιτευτούν, να μεταναστεύσουν, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Ο τόπος τους όμως που τους γέννησε δεν ξεχνιέται.  Επισκέπτες πλέον, ταξιδιώτες από τη μακρινή ξενιτιά, χαίρονται με τη χαρά των δικών τους, ανακουφίζονται αντικρίζοντας στο βλέμμα των γονιών τους την ελπίδα, ότι θα γυρίσουν κάποτε ,δεν θα ξεχαστούν, μα ούτε θα τους ξεχάσουν.Έχουν συμφιλιωθεί με τη σκέψη, ότι για λίγες  μέρες μόνο θα τους έχουν κοντά τους. Η ώρα της επιστροφής στη χώρα που μετανάστευσαν, είναι μέσα στο συμβόλαιο που υπέγραψαν με την ίδια τη ζωή, στη κοινή προσπάθεια να ξεφύγουν από τη μιζέρια αυτού του τόπου, που έχει σημαδέψει τα νέα παιδιά.

 Καλή τύχη για κάθε ξενιτεμένο, οι μέρες τους να είναι  φωτεινές και χαρούμενες. Κάθε φορά που σκοτεινιάζει, να παίρνουν φώς από τα λαμπερά μάτια των παιδιών τους, να τους θυμίζουν τα δικά τους που ήταν ζωγραφισμένα τα όνειρα τους, αταξίδευτα ακόμη στη μακρινή ξενιτιά.

Τάσος Ορφανίδης.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

λυπήσου με



Φωτογραφία Κατερίνα Μαργέτη

Εκεί κοντά στο ακρογιάλι, απέμεινα μοναχός στην προσμονή σου

Παρέα μου τα σύννεφα και το τραγούδι της θάλασσας


Αν ήταν να έρθεις ,

Θα σ’ έφερναν τα άγρια κύματα

Αν ήταν να σε δω

Θα περίμενα τ’ άστρα να φανούν στον ουρανό

Αν ήταν στην αγκαλιά σου να χαθώ

Θα έδενα ολάκερη τη ζωή μου με το κάλεσμα των πουλιών



Λυπήσου με  

Με τα θαλασσινά πουλιά παρέα μπορεί να κάνω
Να έχω μάθει τα τραγούδια των ναυτικών
Να συνομιλώ με τα θεριά της φύσης
Μα εσύ αγάπη μου γλυκιά πότε θε να ‘ρθεις  

Λυπήσου με

Στης νύχτας τη σκιά, μόνο εσένα καρτερώ 
της καρδιά μου ο πόνος, χτυποκάρδι αλλιώτικο μα δυνατό.
Ένα μονάχα θαθελα να σου πω
Αγάπη μου μακρινή,πάρε τα φιλιά μου κι άσε με  να σ' αγαπώ

Τάσος Ορφανίδης

Θα μου λείψεις




Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης

Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στη θάλασσα. Ταξίδευαν οι σκέψεις του, μοιράζονταν τις αγωνίες του. Στο μυαλό του ήταν καρφωμένη η ιδέα να φύγει. Πως όμως; Πως θα μπορούσε να σέρνει μαζί του τον Κωνσταντή. Μόλις έκλεισε τα 10. Δεν έχει κάπου να τον αφήσει προσωρινά, μέχρι να τακτοποιηθεί,μέχρι να βγάλει άκρη. Είναι και η Μάνα στο χωριό αλλά τα φέρνει δύσκολα ,πώς να της φορτώσει ένα μικρό παιδί. 

Η γυναίκα του έφυγε πριν από χρόνια, χωρίς ειδοποίηση. Όσες φορές προσπάθησε να βρει τα ίχνη της, δεν έβγαλε κάτι. Πληροφορίες την έφερναν να βρίσκεται εγκλωβισμένη στη Συρία, όταν πήγε να βρει τους δικούς της. Δεν ξέρει καν αν ζει.
 
Πολλές φορές την έφερε στην κουβέντα  με τον Κωνσταντή, όταν του έκανε ερωτήσεις αλλά ποτέ δεν έφθανε στο τέλος της. Δεν είχε απαντήσεις ,δεν έβρισκε τι να του πει. Μακάρι να ήξερε και ο ίδιος, μακάρι να ζει κι ας έχει αργήσει. 

Την αγαπούσε ο δόλιος. Με την σκέψη της κυλούσε όλη η μέρα, με την σκέψη της έπεφτε για ύπνο. Πώς να ξεχάσει το γλυκό χαμόγελο της, όταν της έλεγε άνοστα αστεία. Πώς να ξεφύγει από τα φωτεινά της μάτια, όταν της έλεγε αθώα ψέματα για να μη τη στενοχωρήσει. Πως να κάνει χωρίς το χάδι των μαλλιών της , εκείνα τα μαύρα μακριά μαλλιά της που του άρεσε να τα χαϊδεύει ατέλειωτες ώρες, κάθε φορά που την έπαιρνε στην αγκαλιά του. Σαν να ένιωθε ότι θα του φύγει, ότι δεν θ’ ανταμώσουν  άλλη φορά. Πάντα κουβαλούσε την ίδια ανησυχία.

Συνήθιζε, όταν έκαναν τον περίπατο τους να κάθονται στο ίδιο μέρος που κάθονταν και τώρα, εκεί στην αποβάθρα του λιμανιού. Ο Κωνσταντής ακουμπούσε πάνω του, χρειαζόταν να τον αγγίζει κι εκείνη έκοβε μικρές βόλτες γύρω τους, σαν να ήθελε να κλείσει τον κύκλο τους.

Πόσο του λείπει!

Τάσος Ορφανίδης

δύο επισκέπτες



Την περασμένη εβδομάδα, είχαμε τη χαρά να φιλοξενήσουμε στο ησυχαστήριο μας, δυο νέους ανθρώπους. Πολλές φορές συμβαίνει να γνωρίζεις άτομα μέσα από διάφορες συγκυρίες, αλλά ουσιαστικά να μη τα ξέρεις. 

Μια μέρα ήταν αρκετή για να γνωριστούμε καλύτερα, να γεφυρώσουμε την διαφορά ηλικίας,να βρούμε κοινά ενδιαφέροντα. Λάτρεις του βουνού, της ορειβασίας,  του ελεύθερου σκί και του ποδήλατου βουνού, γεμάτοι ανησυχίες  γνωρίζουν τον Όλυμπο σαν το σπίτι τους. Δεν είναι τυχαίο, εφ’ όσον ζουν στην Σφενδάμη, ένα χωριό κοντά στην Κατερίνη. 


Η συζήτηση μαζί τους δεν κούραζε, αντίθετα μάθαμε πολλά απ’ αυτούς και χαρήκαμε την κουβέντα  μαζί τους. Πόσο ενδιαφέρον είναι το πλησίασμα νέων ανθρώπων, γεμάτους ζωή και άποψη .Πόσο πλούσιοι είναι τέτοιοι νέοι, με τόσα χαρίσματα. Η ευγένεια στο πρόσωπο τους, μετέδιδε γαλήνη,
μετέφερε την ηρεμη δύναμη του βουνού.

Όταν είσαι νέος πλάθεις όνειρα ,που κάποτε θέλεις να τα δεις να πραγματοποιούνται. Έτσι ήμασταν κι εμείς κάποτε.Τα όνειρα τους έφεραν στη θύμιση τα δικά μας κι όσα απ'αυτά απέμειναν σαν υπόσχεση   στον εαυτόν μας.Τα φυλάμε στο σεντούκι των επιθυμιών μας καλά κρυμμένα,σαν φυλαχτό. 

Η παρουσία τους ξύπνησε τις ανάγκες μας, έφερε μπροστά τα δικά μας όνειρα, περπατήσαμε μαζί την διαδρομή τους και ανασύραμε όσα αφήσαμε κληρονομιά στα παιδιά μας, σε κάθε νέο που θα μπορούσε να τα επιλέξει.

Ευχαριστούμε για την επίσκεψη, ήσασταν μια όαση για εμάς!

Τάσος Ορφανίδης

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

καλοτάξιδο βιβλίο

Φωτογραφία Κατερίνα Μαργέτη
Στο γραφείο μου δεν έχω πολλά βιβλία , είναι γεμάτο χαρτιά, σημειώσεις, φωτογραφίες και ότι άλλο συνδέεται με τις δικές μου αναμνήσεις. Μου αρέσει, όταν αφήνομαι στις σκέψεις μου να ταξιδεύω ανάμεσα τους. Ξέρετε,το κάθε τι κουβαλάει την δική του ιστορία. Αυτές τις μικρές ιστορίες έχω κρατήσει βαθιά μέσα μου, μέχρι ν αρχίσουν να στριφογυρίζουν, για να γεμίσουν μια κόλλα χαρτί.

Τα λιγοστά βιβλία μου, αναπαύονται στη βιβλιοθήκη. Δεν έχω το συνήθειο να τα μαζεύω.Τα περισσότερα μόλις τα διάβασα,βρέθηκαν σε άλλα χέρια.Τα βιβλία χρειάζονται νέους αναγνώστες γι'αυτό ανακαλύπτουν νέες διαδρομές,χτυπάνε νέες πόρτες,συναντάνε καινούργια πρόσωπα, βρίσκονται σε ζεστές αγκαλιές.

 Βέβαια πολλά είναι για τα οποία  δεν θυμάμαι τους τίτλους τους, τον συγγραφέα, το περιεχόμενο τους. Αδύναμη μνήμη,ακουμπάει σε ότι διαβάζει, πιάνει κουβέντα μαζί τους , αλλά ο αποχωρισμός συμβαδίζει με την ώρα του ταξιδιού του. 

Η ευχή να είναι καλοτάξιδο ένα βιβλίο, σημαίνει να έχει αποκτήσει πολλούς αναγνώστες,να περνά από χέρι σε χέρι.Το βιβλίο δεν χρειάζεται ξεκούραση αλλά  μάτια τρυφερά , χέρια απαλά και καρδιά μεγάλη.

Το μεγάλο κέρδος του βιβλίου και του δημιουργού του, γράφεται στα χείλη, στα μάτια,  στα δάχτυλα  και στην καρδιά κάθε νέου αναγνώστη, ακόμη κι αν αγοράστηκε από έναν μόνο και πέρασε σε δεκάδες.

"Τα μεγάλα κέρδη κρύβονται στις μικρές αλήθειες"

Τάσος Ορφανίδης

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

κρυμμένος στη σκιά της



φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

Περίμενε υπομονετικά να κατέβει. Μόλις άκουσε τον θόρυβο στις σκάλες απ’ τα τακούνια της, κρύφτηκε στο μισοσκόταδο. Το φως του φεγγαριού 
σκιαγράφησε το περίγραμμα από το σώμα της, στα μάτια της νύχτας.

Το μισοφέγγαρο βάδιζε μαζί της στον ίδιο ρυθμό, σαν να ήθελε να βρίσκεται στα δικά της βήματα. Το μακρύ φόρεμα της σέρνονταν στη γη και παρέσερνε όλα τα φύλα που σκέπαζαν την υγρασία της νύχτας. Το σάλι κάλυπτε τους γυμνούς της ώμους, αφήνοντας εκτεθειμένα  στο βλέμμα του κάποια  σημεία από την όμορφη  πλάτη της.

Κοντοστάθηκε για λίγο σαν μια σκέψη να την επισκέφθηκε και συνέχισε 
αργά το νωχελικό της βάδισμα.  

Σε κάθε δένδρο καθώς περνούσε άπλωνε τα χέρια της ερωτικά, συνομιλούσε μαζί τους, αφηγούμενη την ιστορία της.Σαν να υποκλινόντουσαν στην παρουσία της, ακροατές  κάθε αφήγησης της, άφηναν ένα φυλλαράκι στα χέρια της. Αυτή του έδινε ένα ζεστό φιλί και το έχωνε στο στήθος της. Μοίραζε την ιστορία της και αυτά της χάριζαν την αγάπη τους.

Κάποια στιγμή όταν έφθασε μπροστά στην μικρή βρύση της πλατείας, έσκυψε αργά, έβαλε το λεπτό της χέρι κάτω από την βρύση, τα χείλη της άγγιξαν διψασμένα την ανοιχτή παλάμη της όπου έρεε δυνατά το νερό και το ρούφηξε λαίμαργα. Πήρε νερό στις ανοιχτές της παλάμες και ανασηκώθηκε βρέχοντας με χάρη τα μακριά της μαλλιά για να δροσιστεί. Την κίνηση αυτή την επανέλαβε δυο τρεις φορές , μέχρι που άφησε να της ξεφύγει  ένας βαθύς αναστεναγμός. 

Κάθισε στα πλευρά της βρύσης, έστρεψε το πρόσωπο της κάπου στο βάθος και άφησε τα δάκρυα της να κυλήσουν γλυκά, μαζί με τις σκέψεις της. Τα δάχτυλα της έπλεξαν μεταξύ τους, τέντωσε τα χέρια ψηλά προς τον ουρανό χαρίζοντας  τα φιλιά της στ' αστέρια.

Απ’ το πρόσωπο της έτρεχαν ακόμη οι στάλες  του νερού που έβρεξε τα μαλλιά της,έπλυνε τα μάτια της  και δρόσισε  τα χείλη της . Έπαιξε για λίγο μαζί τους, δαγκώνοντας απαλά πρώτα το κάτω χείλος και μετά το πάνω,λες και ήθελε να μη χάσει κάτι γνώριμο από τη γεύση τους. 

Έστρωσε το φόρεμα πάνω της με μία κίνηση ανακούφισης,  που την έκανε να νιώσει όμορφα. Οι τιράντες της γλίστρησαν  από τους ώμους και αποκάλυψαν την ομορφιά της μέσα στην χάρη των κινήσεων της.Τα φύλλα των δένδρων,τα νυχτοπούλια, τα άστρα και το φεγγάρι, μαζεύτηκαν γύρω της , άπλωσαν τα φτερά τους πάνω της και την άφησαν να ταξιδέψει στον άγνωστο κόσμο τους μέσα στη σιγαλιά της νύχτας.

Όλη αυτή την ώρα δεν είχε αντιληφθεί ότι ήταν δίπλα της, να την χαϊδεύει με  το βλέμμα του, να την συντροφεύει με το φως του φεγγαριού.Η σκιά του 
έγινε ένα με τον κορμό του δένδρου, που τον έκρυβε από τα μάτια της. Ούτε το σύρσιμο από τα πόδια του, καθώς προσπαθούσε να βολευτεί καλύτερα, έγινε αντιληπτό από την ίδια.

Προχώρησε λίγα βήματα και κάθισε στο πλησιέστερο παγκάκι, άφησε 
στρώμα απαλό πάνω του τα φύλλα των δένδρων και το  αγκάλιασε απλώνοντας  τα μακριά της χέρια . Έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο με μια αργή κίνηση, αφήνοντας το φόρεμα της να πέσει προς τη μία πλευρά αποκαλύπτοντας τις κρυμμένες ομορφιές της.

Πόσο γελοίος ένιωσε, στην σκιά των κινήσεων της. Φοβισμένος μπροστά στην θεσπέσια ομορφιά της, κάθε φορά ανέβαλε για την επόμενη νύχτα, την απόφαση του να της μιλήσει για τον λησμονημένο έρωτα του στο σκοτεινό μυαλό της. ΄

Ανασηκώθηκε με χάρη,κοντοστάθηκε για λίγο σκύβοντας να βγάλει κάτι απ’ το παπούτσι της, ίσως μια πέτρα που απρόσκλητη την επισκέφθηκε. Γύρισε το πρόσωπο της στο δένδρο που έκρυβε την παρουσία του και μέτρησε με το χαμόγελο της την απόσταση που τους χώριζε.

Φεύγοντας από τον δικό της μικρό παράδεισο, άφησε να πέσει στο μισοσκόταδο  η καληνύχτα της !
Εκείνος την σήκωσε με πόνο και την ακούμπησε στο προσκέφαλο της, μέχρι να έρθει η επόμενη νύχτα!

Τάσος Ορφανίδης

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

αποθήκευση συναισθημάτων

Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης 
Οι κούτες στην αποθήκη, προσωρινά .Όταν χρειάστηκε να μετακινηθούν, ο όγκος τους μέσα στον καύσωνα πολλαπλασιάστηκε δια μαγείας.  Μεγάλο κουράγιο το ξεκαθάρισμα. 

Κουρασμένοι ,πτώμα , σέρνονται τα πόδια και τα χέρια δεν έχουν δύναμη.

Είναι θεωρητικά εύκολο ν’ ακουμπάς κάτι, μήπως το χρειαστείς αργότερα. Αυτό το αργότερα μπορεί να μεταφράζεται ποτέ. Έτσι είναι όμως, όταν κάθε αντικείμενο που περνάει στα χέρια, κουβαλάει θύμισες, συναισθήματα και τόσα άλλα, πώς να μπορέσεις να τ’ απ αρνηθείς. Ιδιαίτερα όταν αποφασίζεις να το πετάξεις λόγω περιορισμένου χώρου, τότε ραγίζει η καρδιά σου. 

 Πόσο δύσκολο γίνεται!Το κάθε τι με την αξία του!

Τάσος Ορφανίδης

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

μέχρι εκείνη τη στιγμή

φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος
Δεν δίστασε ούτε λεπτό. Χωρίς δεύτερη σκέψη ,πέταξε στη βάρκα το καπέλο του για να μη το πάρει η θάλασσα και βούτηξε στα βαθιά. Με λίγες απλωτές πλησίασε κοντά, ενώ το κοριτσάκι χτυπιόταν απελπισμένα . Το μικρό του κεφάλι άλλοτε χανόταν και άλλοτε εμφανιζόταν με τα πλούσια μαλλιά του να δίνουν το στίγμα του.   

Όταν πλησίασε κοντά ήταν βέβαιος ότι βρισκόταν μπροστά σ’ ένα τρομαγμένο παιδί, που τα κύματα της θάλασσας ήταν έτοιμα να το καταπιούν ..Στο προσωπάκι του ήταν ζωγραφισμένα ο φόβος και η αγωνία.  Ζύγωσε ακόμη λίγο προσεκτικά και την δύσκολη στιγμή της απόφασης τα μακριά της μαλλιά μπλέχτηκαν στα χέρια του, χωρίς καν να το αντιληφθεί. Αυτό ήταν, τα υπόλοιπα ήταν εύκολα Έφερε το κεφαλάκι της στην σφιχτή αγκαλιά του, αποφεύγοντας τα χέρια της να τυλιχτούν πάνω του.

 Προσπαθώντας να το ηρεμήσει, άκουσε την φωνή του να βγαίνει δυνατή πιο πάνω από το κύμα, μαλακή όμως σαν χάδι.Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερε αν το κλάμα ήταν το δικό του η του μικρού παιδιού.Άρχισε σιγά να κατευθύνεται προς τη βάρκα. Τα χέρια των φίλων κρεμόντουσαν στην κουπαστή, έτοιμα να τους σύρουν πάνω. Ένιωσε το σώμα του ελαφρύ, τα ποδαράκια του παιδιού να χτυπούν την θάλασσα, βοηθώντας τον να προχωρήσουν. 

Φαίνεται πως τα παιδιά, μπορούν με δυνατές κραυγές τον φόβο να ξαποστείλουν . Ένιωσε να έχει στην αγκαλιά του ένα πλάσμα δυνατό.Πολλές φορές μέχρι σήμερα αναρωτήθηκε, που βρήκε την δύναμη να κρύψει τον φόβο του, να παλέψει τον πανικό του.Έψαχνε λόγια ενθάρρυνσης που έκρυβαν την δική του αγωνία. Όταν πλησίασαν, βρέθηκαν σε στιβαρά χέρια να τους σέρνουν ψηλά, για ν’ ακουμπήσουν στα σωθικά της βάρκας ασφαλείς.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε αντιληφθεί τις απελπισμένες φωνές της μάνας , δεν άκουσε τον χαμό που γινόταν γύρω του. Ακούμπησε την πλάτη του στα πλευρά της βάρκας, άπλωσε τα πόδια του και αναζήτησε αμήχανα το καπέλο του, σαν να ήταν ο μοναδικός κρίκος που θα τον επανέφερε  στους ρυθμούς του. 

Έριξε μια  ματιά ανακούφισης στο κοριτσάκι του, χάιδεψε τα υπέροχα μακριά μαλλιά της, άφησε δάκρυα να κυλήσουν στο πρόσωπο κι αναζήτησε με το βλέμμα  τη γυναίκα  που τον περίμενε στην ακτή με την κοιλιά φουσκωμένη και την αγωνία στο κατακόρυφο .

Εκείνη τη δύσκολη στιγμή, μια χαρούμενη σκέψη του χαμογέλασε!


Τάσος Ορφανίδης

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

όταν ήταν να συναντήσει την άλλη πλευρά της ζωής του

 φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

 Ήταν η τελευταία μέρα, στεκόταν μπροστά στο γραφείο του με ένα απλανές βλέμμα, χαϊδεύοντας το κάθε αντικείμενο ξεχωριστά. Τα μιλούσε χωρίς να περιμένει απάντηση , τους έδινε το τελευταίο χάδι όπως έκανε κάθε μέρα όταν έφευγε για το σπίτι. 

Πολλά χρόνια τα έβγαλε εκεί μέσα γράφοντας ατέλειωτα κείμενα, με οδηγό του την πένα. Παραδοσιακός τύπος, του άρεσε οι πένες του να αφήνουν το στίγμα του καλλιγραφικά. Πάντα δυσκολευόταν στο δέλτα κεφαλαίο όταν έβαζε την υπογραφή του. Από παιδί απέφευγε το ισοσκελές τρίγωνο του, αλλά του έδινε καλλιτεχνική υφή. Αν του πήγαινε στραβά, θεωρούσε ότι η μέρα του θα είχε σταβοτιμονιάσει. Όταν τον αντίκριζαν οι συνάδελφοι του σκεπτικό, απέφευγαν να του μιλήσουν .Αυτός πάλι με την πρώτη ευκαιρία θα επαναλάμβανε την προσπάθεια να το αποτυπώσει καλλιτεχνικά.

Αυτό το Δ ήταν το Δήθεν της ζωής του, 
αφορούσε το Δια ταύτα της πορείας του,
αντιπροσώπευε το δικό του Δεν στην άρνηση του να πάει παραπέρα,
το καθημερινό του Δρομολόγιο με το τραίνο των 8 , 
το καταθλιπτικό του Διαμέρισμα γεμάτο βιβλία και σημειώσεις πεταμένα στο πάτωμα, 
τους Διαβάτες που συναντούσε και απέφευγε την καλημέρα τους, 
την Διασπορά που προσπαθούσε ν’ αποτυπώσει στο βιβλίο που έγραφε αλλά δεν έβρισκε την συνέχεια,
 το Διαζύγιο με την Κατίνα που δεν άντεξε παραπάνω από ένα χρόνο, 
τις Διαφωνίες με τους συναδέλφους του για ψύλλου πήδημα,
τις Διαδρομές του στα μονοπάτια δίπλα στο σπίτι του για να πάρει τις ανάσες που χρειαζότανε, 
τη Δόμνα  που σημάδεψε την ζωή του όταν δεν μπόρεσε  να της μιλήσει για τον έρωτα του, 
τα Δάκρυα που σκούπιζε από ντροπή, κάθε φορά που μούσκευαν το πρόσωπο του!

Μάζεψε το μαντήλι του, το δίπλωσε προσεκτικά σε έξι δίπλες όπως συνήθιζε και  το ακούμπησε αργά πάνω στο γραφείο, σαν να άφηνε πίσω του τα συναισθήματα που δεν έβγαλε ποτέ.Έσκυψε με βάρος, σήκωσε την τσάντα του και τράβηξε ν’ανταμώσει την άλλη πλευρά της ζωής του.


Τάσος Ορφανίδης

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Περιπλανώμενος στην πόλη μου


φωτογραφία Θάνος Χαρίσης

Ανέβηκα  στην ακρόπολη,   
μπερδεύτηκα μέσα  σε σοκάκια και σε  κουτούκια, 
στο κέφι και στο πιοτό με πήρε ο κατήφορος

μέχρι που οι μικρές βαρκούλες, έγραψαν πάνω στο κύμα τα τραγούδια τους,
με χάιδεψε η αύρα της θάλασσας,
το βλέμμα μου περιπλανήθηκε  ανάμεσα
στα περιστέρια πάνω σε μπαλκόνια ,
στο ζευγάρωμα απ’ τις γάτες ,
στους  αδέσποτους, αραγμένους σε παγκάκια και πεζούλια,
στη μάνα, που έσερνε  το καροτσάκι με τη μικρή από δίπλα ,
στο παλιό σκαρί, που έσκιζε τα κύματα της θάλασσας,


μέχρι που  ένα ποδήλατο, σκούντηξε την απροσεξία μου
και ο γκρίζος κατά τα άλλα λευκός πύργος,φάνηκε πελώριος μπροστά  μου .

Τότε εκείνη τη στιγμή κοίταξα προς τα πάνω,
θόλωσαν τα μάτια απ' τα δάκρυα μου, 
κόντεψα να ξεχάσω την αφετηρία μου!

Τάσος Ορφανίδης  

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

πόσο όμορφα γεννιέται η μέρα



  Καθώς  πλησιάζω τα 65, αφουγκράζομαι τις ανησυχίες από το σώμα μου , συνομιλώ μαζί του.Όταν ρετάρει το καλοπιάνω, μήπως και καλμάρω τις αντιστάσεις του, ίσως και τις φοβίες μου. 

Πώς να τιθασεύσεις τον χρόνο που αμείλικτος στρέφεται πάνω σου, απλώνεται σαν στο σπίτι του και βάζει το ένα πόδι πάνω στο άλλο, κάνοντας άσκηση στην αριθμητική. Μετράει τους πόνους, τις ρυτίδες τα μαλλιά που έχασα, τις φύτρες που έσβησαν, το αγκομαχητό και στο τέλος την ηλικία .

Οι κόρες μου χαίρονται κάθε φορά που διακρίνουν το χαμόγελο μου η άλλοτε ακούν το τρανταχτό μου γέλιο. Άρχισαν όμως κι αυτά να αργοπεθαίνουν.  




Ο δρόμος έχει πάρει την κατηφόρα. Αραχτός στη βαθιά πολυθρόνα,  ατενίζω την κορυφή του Άθωνα επιβλητική, να μου θυμίζει τις μέρες που έφθασα εκεί πάνω, ενώ την έβλεπα να καθρεφτίζεται στην θάλασσα. Δεν έχει πολλά χρόνια,  το 2012 ήταν  που με τον φίλο μου τον Στέφανο και τον γιο του Θοδωρή πατήσαμε την  κορυφή του. Ένιωθα γερός, ικανός να κατακτήσω και άλλες κορυφές, όπως αργότερα τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν ο Γράμμος και ο Σμόλικας η προηγούμενα ο Όλυμπος και τόσες άλλες μικρές και μεγάλες κορυφές. 

Είναι περίεργο που τα θυμάμαι όλα αυτά, καθώς βλέπω τον εαυτόν μου να γέρνει λίγο από τα βάρη, αν και πίστευα ότι δεν θα μου συμβεί ποτέ αυτό.

 

Η θύμηση μου πήγε ακόμη πιο πίσω στα χρόνια της αθωότητας, όταν κάθε πρωί ενώ ετοιμαζόμουν για να φύγω στο σχολείο, άκουγα τον πατέρα μου να κατεβαίνει τις σκάλες του πέτρινου διώροφου σπιτιού μας στη Θεσσαλονίκη. Καπνιστής φανατικός με τρία πακέτα την μέρα, ξυπνούσε το πρωί με τον άγριο βήχα, να του τρώει τα σωθικά. Σταματούσε στην αυλή έβαζε το χέρι στο ενυδρείο του , προσπαθώντας να χαϊδέψει τα ψάρια, άνοιγε την περιστερώνα του να γεμίσει η αυλή με φτερουγίσματα, καμιά φορά μύριζε τις ανθισμένες τριανταφυλλιές και άραζε στη σεζλόνγκ που έπιανε μόνιμη θέση, για ν'απολαύσει τον πρωινό καφέ του.

Παγκόσμια μέρα του Πατέρα διάβασα το πρωί στο ίντερνετ, μικρή γιορτή δεν έχει την αίγλη της Μάνας. Πόση αξία έχει άραγε στα αισθήματα μας αν μια γιορτή είναι μεγάλη η μικρή, αν είναι καν παγκόσμια. 

Αυτός ο λεβέντης που τότε ήταν 30 χρονών έφυγε στα 90 του κι εγώ που είμαι 65 άρχισα να βαρυγκωμώ .  


Ο πατέρας μου τα κατάφερε, ισχύει άραγε το ίδιο και για μένα!

Έφυγε πριν ένα χρόνο γαλήνιος μέσα  στην αγκαλιά των εγγονών του. Η πορεία μας καθορίζεται από τις επιλογές μας και όσα αγαθά έχουμε να δώσουμε. Δεν έχει καμία αξία το χρήμα, ούτε οι περιουσίες, όταν η στοργή και η αγάπη είναι απούσες. Πατέρας είσαι όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, αλλά νιώθεις  την αγάπη των δικών σου, το βλέμμα τους να πέφτει πάνω σου κι εσύ να το ανταποδίδεις με την έγνοια  σου. 

"Λίγο παραπάνω γέλιο το  ήθελα, πόσο όμορφα γεννιέται η μέρα !"


Τάσος Ορφανίδης