Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Δύο ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη

φωτογραφία Βασίλης Σακελλαρίδης



ν χω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε ζωή μου"






Ο Μίλτος Σαχτούρης έφυγε από τη ζωή στις 29 Μαρτίου του 2005.














από Πασχαλία Λαλίδου


                                                                
                                              Τα χρήματα

Λέει η τσιγγάνα:
-Διαβάζω χρήματα
μέσα στον ύπνο σου
έχεις μια ζωή πυκνή
γεμάτη χιόνι
όμως δεν ξέρω
πότε θα
γλιστρήσεις πέρα

λέει ο βοσκός:
-Όταν δεν αγαπάς τ'άστρα
τ'αρνιά μου θα σε μισήσουν
κι απ' το φεγγάρι
σου χαρίζω το μισό
που βγάζει φλόγες
απ' τη μεριά της λύσσας

λέει ο θάνατος:
-Δικά μου τα χρήματα
δικό μου και το φεγγάρι
δικά μου το χιόνι και τ' αρνιά
κι οι κόκκινες φλόγες
και
η τσιγγάνα
και
ο βοσκός



Ξένε

Με το μαύρο κοστούμι σου

που χτυπάς την πόρτα μου

και μου δείχνεις τ’ άσπρα αυτά πιάτα

πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου ;

πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου ;

έχεις έν’ άστρο κόκκινο μεσ’ το κεφάλι σου

και ψευδίζεις

θέλεις τα χρήματα

τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χαθήκαν

τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χαθήκαν

ικετεύεις

φύγε

φύγε ξένε

μεσ’ την καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλί

αν τα’ αφήσω να βγει

τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν




Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Θεόφιλος Κεφαλάς - Χατζημιχαήλ, λαικός ζωγράφος με πάθος

Έφυγε από τη ζωή στις 24 Μάρτη του 1934

Αρτοποιείο
 από Πασχαλία Λαλίδου

Ένας δημιουργός παθιασμένος με την Ελλάδα, με τους αρχαίους θεούς της, τους ήρωες της Επανάστασης του '21. Ντυνόταν με φουστανέλα, μεταμφιεζόταν σε Μέγα Αλέξανδρο και σε Δία, ενώ ζωγράφιζε με πάθος πάνω σε πανιά, σανίδια, τενεκέδες και τοίχους σπιτιών.
«Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη απ' αυτή στην οποία ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι κι οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί κι οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί κι οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες. Είναι απ' τη μεριά των σοφών και των τρελών, παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο-θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά, κι όλους αυτούς τους φυσικά επαναστατημένους Έλληνες,μα εξίσου φυσικά συντηρητικούς, τους Έλληνες των οποίων η ευλογημένη μεγαλομανία έσπασε τα κλουβιά του διδασκαλισμού. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς ότι αιώνια θα σκανδαλίζει αυτούς που θέλησαν πάντα να βολευτούν».(Τσαρούχης)



Κολοκοτρώνης παρατηρώντας

Ο θάνατος του Μπότσαρη

Λυρικοί

Ο Νταβέλης

Ο Παύλος Μελάς

Ευδοκία

Ιχθυοπώλη

Ο Μέγας Αλέξανδρος

Τον Ιούνιο του 1961 εγκαινιάστηκε μεγάλη έκθεση με έργα του Θεόφιλου στο Μουσείο του Λούβρου. Ήταν ο θρίαμβος του φουστανελά που κάποτε τον έλεγαν "σοβατζή". Το κοσμοπολίτικο Παρίσι υποδέχθηκε τον Έλληνα αυτοδίδακτο καλλιτέχνη, τον "παρθένο μαθητή των αισθήσεων", ο οποίος, κατά τον Οδυσσέα Ελύτη "έδωσε έκφραση πλαστική στο αληθινό μας πρόσωπο". Η έκθεση οφείλετο στον Τεριάντ, βαθύ πατριώτη και εμπνευστή κορυφαίων δημιουργών του 20ου αιώνα, που ανακάλυψε τον Θεόφιλο και προσέδωσε κύρος στο έργο του, κινώντας το ενδιαφέρον της Ευρώπης, των διανοουμένων της εποχής. Ο "εν ξιφήρεις" φουστανελάς μπήκε στις αίθουσες του πιο λαμπρού μουσείου και οι Λουδοβίκοι συναντήθηκαν με τον Αντώνη Κατσαντώνη, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Μέγα Αλέξανδρο, την Αρετούσα[4]. Έργα απλά, ελεύθερα, γεμάτα φως, σοφία και γλαφυρότητα, ενθουσίασαν τους επισκέπτες της έκθεσης "οι οποίοι εξεφράζοντο μετά θαυμασμού δια την πρωτοτυπίαν του ζωγράφου Θεόφιλου, που θεωρείται ως ο πρωτοπόρος της λαϊκής αυτής τεχνοτροπίας"[5].

πηγή: Βικιπαίδεια

Περί ανέμων και υδάτων: Θεσσαλονίκη ...ιστορία πίσω στο χρόνο

Περί ανέμων και υδάτων: Θεσσαλονίκη ...ιστορία πίσω στο χρόνο: ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗ... ιστορία πίσω στο χρόνο Μία πόλη που απλώνει τα πετραδάκια της ιστορίας της, από τους ελληνιστικούς χρόνους, μέχ...


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρόσφυγες στην άμμο


  φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος 

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρόσφυγες στην άμμο

Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ' τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο

Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο.

Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε.

Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει.



Από τη συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα (1960) 
συγκεντρωτική έκδοση «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ.Νεφέλη, 2007)

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Μετανάστες

       Ο σημαντικός Γερμανός συγγραφέας Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956) έγραψε το ποίημα αυτό το 1937, όταν ζούσε ως αυτοεξόριστος στη Σκανδιναβία, κατατρεγμένος από τη χιτλερική εξουσία. Ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος δεν είχε ακόμη ξεσπάσει, αλλά το ναζιστικό καθεστώς είχε ήδη δώσει δείγματα του βίαιου και απάνθρωπου προσώπου του με την άγρια καταδίωξη των Εβραίων και των αντιφρονούντων Γερμανών. Πολλοί δημοκρατικοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι διώχτηκαν ή αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, για να γλιτώσουν από την ηθική και σωματική τους εξόντωση.


  φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος 


Μπέρτολτ Μπρεχτ, Μετανάστες

Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.


Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο
πηγή:ebooks.edu.gr

ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ,ζωγράφος απο την Σμύρνη

Το 1926 διοργανώθηκε στην Αθήνα κθεση γνωστή ως «Έκθεση των Τεσσάρων»:
Σπύρος Βασιλείου, Αντώνης Πολυκανδριώτης, Σπύρος Κόκκινος, Πολύκλειτος Ρέγκος.
Θα παρουσιάσουμε το έργο του καθένα ξεχωριστά.






ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ 


Ο Σπύρος Κόκκινος είναι ένας από τους πολύ γνωστούς ζωγράφους πανελληνίως. Γεννήθηκε το 1898 στη Σμύρνη, όπου πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής. Το 1920 έρχεται στην Αθήνα, όπου σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητές τους Ιακωβίδη, Ροϊλό και Βικάτο. ‘Ηταν μέλος της «ομάδας των τεσσάρων», όπως αποκαλούσαν τους Βασιλείου, Πολυκανδριώτη, Ρέγκο και Κόκκινο από τις εκθέσεις που διοργάνωναν μαζί. Η πρώτη τους έκθεση έγινε το 1926 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών και στη συνέχεια  ακολούθησαν αρκετές εκθέσεις τόσο ομαδικές όσο και ατομικές. Οι συνθέσεις του με τις τραγικές φιγούρες των καταδιωγμένων ανθρώπων της μικρασιατικής καταστροφής  αποτελούν αξεπέραστα δείγματα εμπνευσμένα από την περίοδο αυτή, μια και ο ίδιος ο Κόκκινος αντιπροσωπεύεται από τα έργα αυτά που αναφέρονται στο χαμό της ιδιαίτερής του πατρίδας. Τα τοπία του αποδίδουν τη χάρη και τη δροσιά της θεσσαλικής γης. Ο Δήμος Βόλου πραγματοποίησε ατομική του  αναδρομική έκθεση το Μάϊο 2003. ‘Εργα του υπάρχουν στην Πινακοθήκη του Δήμου Βόλου, του Δήμου Ν. Σμύρνης και σε ιδιωτικές συλλογές.
πηγή:fotuarthotel.gr

Αντώνης Πολυκανδριώτης,ο Μυκονιάτης ζωγράφος


Το 1926 διοργανώθηκε στην Αθήνα κθεση γνωστή ως «Έκθεση των Τεσσάρων»:
Σπύρος Βασιλείου, Αντώνης Πολυκανδριώτης, Σπύρος Κόκκινος, Πολύκλειτος Ρέγκος.
Θα παρουσιάσουμε το έργο του καθένα ξεχωριστά


Αντώνης Πολυκανδριώτης(1904-1990)


Ο Αντώνης Πολυκανδριώτης γεννήθηκε στη Μύκονο το 1904 και πέθανε στην Αθήνα τo 1990. Σπούδασε Ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1920-1926) με καθηγητές τους Βικάτο, Γερανιώτη, Ροϊλό, Λύτρα -από το εργαστήριο του οποίου και αποφοίτησε. 
Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, τη Μαδρίτη και τη Ρώμη από το 1928-1932 (το 1930-1932 ως υπότροφος της Ακαδημίας Αθηνών), στις Ακαδημίες Grande Chommíere, Colarossi και Scandinavian στο Παρίσι ενώ παράλληλα εργαζόταν στο εργαστήριο του Δημήτρη Γαλάνη και στα Μουσεία του Λούβρου, του Πράντο και του Βατικανού. 
Ταξίδεψε και επισκέφθηκε μουσεία στην Αγγλία, τη Σουηδία, την Ελβετία, την Ολλανδία, την Ιταλία και την Ισπανία. Δίδαξε ως καθηγητής Τεχνικών στη Μέση Εκπαίδευση επί σειρά ετών, καθώς και στη Σχολή Δοξιάδη ως καθηγητής Ελευθέρου Σχεδίου και στην A.B.C. 
Έργα του ανήκουν σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα (Πανεπιστήμιο Αθηνών , Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ακαδημία Αθηνών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο,Υπουργείο Παιδείας, Δήμος Αθηναίων, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος κ.ά.) και το εξωτερικό (Γαλλία, Σουηδία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Βουλγαρία).












Ρέγκος Πολύκλειτος,ζωγράφος ,γεννήθηκε στην Νάξο και πέθανε στη Θεσσαλονίκη


Το 1926 διοργανώθηκε στην Αθήνα έκθεση γνωστή ως «Έκθεση των Τεσσάρων»: 
Σπύρος Βασιλείου, Αντώνης Πολυκανδριώτης, Σπύρος Κόκκινος, Πολύκλειτος Ρέγκος. 
Θα παρουσιάσουμε το έργο του καθένα ξεχωριστά 

Ρέγκος Πολύκλειτος
(1903 Νάξος - 1984 Θεσσαλονίκη)


Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο του Νικολάου Λύτρα (1920- 1926). Από το 1930 ως το 1935 συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, στην Ακαδημία Grande Chaumiere και στο Λούβρο, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα χαρακτικής στο εργαστήριο του Δημήτρη Γαλάνη. Η καλλιτεχνική του επιμόρφωση ολοκληρώθηκε με τη μελέτη των μεγάλων ζωγράφων στα μουσεία της Γαλλίας, Αγγλίας, Ισπανίας, Ιταλίας, Αυστρίας και Αμερικής.

Έχοντας ξεκινήσει την εκθεσιακή του δραστηριότητα από το 1926, παρουσίασε το έργο του σε ατομικές, ομαδικές, Πανελλήνιες και διεθνείς εκθέσεις ζωγραφικής και χαρακτικής, όπως η Α΄ Διεθνής Μπιενάλε Χαρακτικής στην Κρακοβία το 1966, το Ετήσιο Σαλόνι Χαρακτικής στην Αγκόνα το 1966 (χρυσό μετάλλιο για την Ελλάδα) και το 1968 και η Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας το 1957. Έλαβε επίσης μέρος σε παρισινά σαλόνια και σε εκθέσεις της "Ομάδος Τέχνη", της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος. Το 1980 το έργο του παρουσιάστηκε σε αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη και το 1983 στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Το 1934 εξέδωσε στο Παρίσι ένα λεύκωμα με 21 ξυλογραφίες από το Άγιον Όρος, με πρόλογο του γνωστού βυζαντινολόγου Καρόλου Ντιλ. Στο πλαίσιο της ευρύτερης καλλιτεχνικής του δημιουργίας ασχολήθηκε με την εικονογράφηση λογοτεχνικών περιοδικών και την αγιογράφηση εκκλησιών και φιλοτέχνησε φορητές εικόνες. Δημοσίευσε επίσης άρθρα για την τέχνη και έκανε εκπομπές στο ραδιόφωνο, ενώ από το 1951 ως το 1969 δίδαξε σχέδιο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όπου είχε εγκατασταθεί από το 1935.


Η ζωγραφική του, που περιλαμβάνει τοπία και προσωπογραφίες, νεκρές φύσεις και ηθογραφικές σκηνές, μυθολογικά θέματα και θρησκευτικές παραστάσεις, χαρακτηρίζεται από ένα προσωπικό ύφος που συνδυάζει στοιχεία από τα διδάγματα των δασκάλων του, το έργο του Μαλέα και του Παπαλουκά, τα έργα της πρώιμης αναγέννησης, τη βυζαντινή τέχνη αλλά και τα σύγχρονα ρεύματα.
πηγή:nationalgallery.gr,paletaart














Σπύρος Βασιλείου, ένας απο τους δημοφιλέστερους ζωγράφους της γενιάς του '30

Σαν σήμερα, 22 Μαρτίου τo 1985 πεθαίνει ο Σπύρος Βασιλείου



Πολύχρονη η θεατρική διαδρομή του ζωγράφου Σπύρου Βασιλείου (από το 1929 έως το 1982), ενός από τους δημοφιλέστερους καλλιτέχνες της γενιάς του ’30, καθώς και η συμβολή του στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής σκηνικής αισθητικής.
133 παραστάσεις και επτά ταινίες που έγιναν από το 1929 ως το 1984 έχουν τη υπογραφή του Σπύρου Βασιλείου.
«“Ο Πικάσο έλεγε ότι ζωγράφιζε ένα έργο κάθε μέρα”. “Εγώ μπορώ να πω ότι κάνω ένα έργο μέρα παρά μέρα”.  Τα υπολόγιζε τα έργα του πάνω από έξι χιλιάδες λέει η κόρη του σε παλαιότερη συνέντευξη . Οταν τον ρωτούσαν πόση ώρα χρειάστηκε για να ολοκληρώσει έναν πίνακα, απαντούσε:“Σαράντα χρόνια και δύο ώρες”.Η πείρα,βλέπετε,είχε το μεγαλύτερο κομμάτι.




Ως σκηνογράφος στη νεοελληνική σκηνή , ο Σπύρος Βασιλείου ξεκίνησε την πορεία του στο πλάι του Φώτου Πολίτη και συνέχισε κοντά στον Σωκράτη Καραντινό, τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Αλέξη Σολομό, τον Τάκη Μουζενίδη, τον Μάνο Κατράκη , τη Ραλλού Μάνου, και άλλους σπουδαίους εργάτες του θεάτρου: ηθοποιούς, σκηνοθέτες, χορογράφους, συγγραφείς.




«Αναλίσκεται μόχθος πολύς και αγάπη αληθινή πάνω σε τούτα τα σανίδια, για να έχει ο σκηνογράφος τη λαχτάρα ν' αφουγκραστεί πίσω από την κουΐντα μέσα στον πυρετό της πρεμιέρας, για να ακούσει αν θα πιάσει, την ώρα που ανοίγει η αυλαία, εκείνο το αδιόρατο "Ααα!" της επιδοκιμασίας» έλεγε από την σκηνή του θέατρου «Βεργή» ο εικαστικός Σπύρος Βασιλείου τον Δεκέμβρη του 1969, περιστοιχισμένος από τους Μάνο Κατράκη, Πέλο Κατσέλη, Έλσα Βεργή, Σωκράτη Καραντινό κ.α.




Χαρακτηριστικό του έργου του είναι το  απόσπασμα  απο παλαιότερη έκθεση στο Μπενάκη

«Το κύριο σκηνογραφικό έργο του Βασιλείου συγκεντρώνεται στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Τότε συγκροτείται το αναγνωρίσιμο ύφος του, παράλληλα με το ζωγραφικό, και την ίδια χρονική στιγμή συμπλέει με τους άλλους ζωγράφους της γενιάς του ’30 στους κόλπους του Ελληνικού Χοροδράματος.

Οι αντιπροσωπευτικές σκηνογραφικές καταθέσεις του Βασιλείου και οι πιο χαρακτηριστικές του Ελληνικού Χοροδράματος αφορούν υπαίθριες παραγωγές, είτε σε γραφικές, ιστορικές και αναλλοίωτες ακόμη, αλλά δυνάμει τουριστικά αξιοποιήσιμες, περιοχές είτε στο χώρο του κηποθεάτρου, το φτηνό υποκατάστατο του locus amenus, του εσωτερικού μετανάστη και νεοφώτιστου κατοίκου της Αθήνας. Ο υπαίθριος θεατρικός χώρος, ο λαϊκός λόγω της δυνητικά καθολικής προσβασιμότητας που τον διακρίνει και ο πλησιέστερος στα ιδανικά της ελληνικής ιδιαιτερότητας, μορφώνεται σε ένα αρραγές σύμπαν με ένα σύνολο σκηνογραφικών διατυπώσεων που δεν μπορούν να νοηθούν έξω από αυτόν.

Έτσι, η αισθητική της σκηνογραφίας του Σπύρου Βασιλείου και της γενιάς του ’30 οικοδομεί την εικόνα του εθνικού χώρου, το ιδανικό περιβάλλον της εθνικής ταυτότητας όπου το κοινό, υπό την έγκριση της καθεστωτικής ιδεολογίας, ταξινομεί τις μνήμες του και αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο του οικονομικά προσφορότερου μέλλοντός του. […] Η δημιουργία μιας εθνικής σκηνογραφικής αισθητικής ήταν το τελικό απότοκο της εμπλοκής του Βασιλείου και των υπόλοιπων ζωγράφων της γενιάς του ’30 με τα θεατρικά πράγματα.[…]»