Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Δελφοί, Βιβή (Παρασκευή) Παλαιοπάνου



Στους πρόποδες του Παρνασσού, στο υποβλητικό φυσικό τοπίο που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο θεόρατους βράχους, τις Φαιδριάδες, βρίσκεται το πανελλήνιο ιερό των Δελφών και το πιο ξακουστό μαντείο της αρχαίας Ελλάδας. Οι Δ ε λ φ ο ί ήταν ο ο μ φ α λ ό ς της γης, όπου, σύμφωνα με τη μυθολογία, συναντήθηκαν οι δύο αετοί που έστειλε ο Δίας από τα άκρα του σύμπαντος για να βρει το κέντρο του κόσμου, και για πολλούς αιώνες αποτελούσαν το πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο και το σύμβολο της ενότητας του αρχαίου ελληνισμού.
Η Θόλος της Αθηνάς Προναίας. Είναι ένα εντυπωσιακό κυκλικό κτήριο, αριστούργημα της κλασικής αρχιτεκτονικής, από το πιο χαρακτηριστικά μνημεία των Δελφών Η χρήση του έχει συσχετισθεί με χθόνια λατρεία και χρονολογείται στο 380 π.Χ.






Ο ναός του Απόλλωνα ήταν ο ιερότερος χώρος των Δελφών.
Βρισκόταν σε περίοπτη και κεντρική θέση μέσα στο τέμενος. Στο ναό στεγάζονταν τα αγάλματα και τα αφιερώματα προς το θεό, αλλά εδώ γίνονταν και οι ιεροτελεστίες που είχαν σχέση με τη λατρεία, η σπουδαιότερη από τις οποίες ήταν η διαδικασία της μαντείας. Στο ναό υπήρχε και το «χρησμογραφείο», όπου φυλάσσονταν τα αρχεία και οι κατάλογοι των Πυθιονικών , που καταστράφηκαν το 373 π.Χ.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο πρώτος ναός του Απόλλωνα που κτίσθηκε στους Δελφούς ήταν μία καλύβα από κλαδιά δάφνης, ο δεύτερος έγινε από κερί μελισσών και φτερά και ο τρίτος από χαλκό, ενώ ο τέταρτος κτίσθηκε από τους μυθικούς αρχιτέκτονες Τροφώνιο και Αγαμήδη με τη βοήθεια του ίδιου του Απόλλωνα. Αυτός πρέπει να ήταν ο πώρινος ναός, που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 548 π.Χ. Ο ναός που τον διαδέχθηκε, οικοδομήθηκε με εισφορές που συγκεντρώθηκαν από όλη την Ελλάδα και από ξένους ηγεμόνες και ανέλαβε να τον ολοκληρώσει η μεγάλη αθηναϊκή οικογένεια των Αλκμαιωνιδών. Ολοκληρώθηκε περίπου το 510 π.Χ., ήταν δωρικός περίπτερος, με 6 κίονες στην πρόσοψη και 15 στις πλευρές. Ήταν πώρινος με μαρμάρινη πρόσοψη και εξαιρετικό γλυπτό διάκοσμο, φιλοτεχνημένο από το γλύπτη Αντήνορα. Θέμα του ανατολικού αετώματος ήταν η επιφάνεια του Απόλλωνα, η άφιξη του θεού στους Δελφούς με τη συνοδεία της αδελφής του Άρτεμης και της μητέρας του Λητούς. Στο κέντρο της παράστασης εικονιζόταν το άρμα με τους θεούς και δεξιά και αριστερά ανδρικές και γυναικείες μορφές. Στο δυτικό αέτωμα απεικονιζόταν σκηνή Γιγαντομαχίας, από την οποία σώζονται μόνο οι μορφές της Αθηνάς, ενός πεσμένου Γίγαντα, μιας ανδρικής μορφής και τα μπροστινά μέρη δύο αλόγων.
Ο σεισμός του 373 π.Χ. κατέστρεψε τον αρχαϊκό ναό και το ιερό κατέφυγε για δεύτερη φορά σε πανελλήνιο έρανο για την ανοικοδόμησή του. Ο τρίτος ιερός πόλεμος εμπόδισε τις εργασίες και μόλις το 330 π.Χ. ο ναός παραδόθηκε σε χρήση, κατασκευασμένος στο ίδιο σχέδιο και στις ίδιες σχεδόν διαστάσεις. Σε αυτό το ναό ανήκουν τα ερείπια που βλέπουμε σήμερα.
Πρόκειται για εντυπωσιακό κτίσμα, θαυμάσιο δείγμα του δωρικού ρυθμού, του οποίου αρχιτέκτονες ήταν ο Σπίνθαρος ο Κορίνθιος, ο Ξενόδωρος και ο Αγάθων. Ο ναός είναι περίπτερος, με 6 κίονες στις στενές πλευρές και 15 στις μακρές, με πρόδομο και οπισθόδομο δίστυλους εν παραστάσι. Ο σηκός του χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες, η καθεμία από τις οποίες έχει οκτώ ιωνικούς κίονες. Στο βαθύτερο επίπεδό του βρισκόταν το άδυτο, όπου εκτυλισσόταν η μαντική διαδικασία και στο οποίο είχαν πρόσβαση μόνο οι ιερείς που θα ερμήνευαν τα λόγια της Πυθίας. Τα αετώματα από παριανό μάρμαρο φιλοτέχνησαν οι Αθηναίοι γλύπτες Πραξίας και Ανδροσθένης. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονίζονταν ο Απόλλωνας με τις Μούσες και στο δυτικό ο Διόνυσος ανάμεσα στις Θυιάδες (Μαινάδες).

Για το εσωτερικό του ναού γνωρίζουμε ελάχιστα στοιχεία, κυρίως από αρχαίους συγγραφείς: στους τοίχους του προνάου υπήρχαν χαραγμένα ρητά των επτά σοφών, όπως «γνώθι σαυτόν», «μηδέν άγαν» και το γράμμα Ε. Επίσης, υπήρχε χάλκινη εικόνα του Ομήρου και βωμός του Ποσειδώνα, ενώ στο άδυτο υπήρχε το άγαλμα του θεού και ο ομφαλός.
Στο ναό έχουν γίνει εργασίες αναστήλωσης, ενώ αποσπάσματα των αετωμάτων και από τις δύο οικοδομικές φάσεις του εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.



Φ α ι δ ρ ι ά δ ε ς Π έ τ ρ ε ς. Έτσι ονομάζονταν οι πανύψηλοι κι απότομοι βράχοι στις νότιες πλαγιές του Παρνασσού, πάνω από την πηγή Κασταλία, που χωρίζονται από μια χαράδρα. Ο ένας ονομαζόταν "Χάμπεια", σήμερα Φλεμπούκος και ο άλλος Ναυπλία, σήμερα Ροδινή._ Από τις Φαιδριάδες έριχναν και σκότωναν τους βέβηλους. _ Οι Πέρσες και αργότερα οι Γαλάτες που θέλησαν να καταλάβουν τους Δελφούς, όπως η παράδοση διηγείται, έπαθαν μεγάλες καταστροφές, από τις πέτρες που κυλούσαν από τις Φαιδριάδες με τη βοήθεια του Απόλλωνα.


ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΚΡΗΝΗ: Η Kασταλία πηγή είναι φυσική πηγή στους πρόποδες του Παρνασσού. Ονομάστηκε από την μυθική νύμφη Κασταλία, η οποία στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τον Απόλλωνα έπεσε στην πηγή αυτή και πνίγηκε. Ήταν αφιερωμένη στον θεό Απόλλωνα και στις Μούσες. _ Αποτελούσε την ιερή πηγή των Δελφών και το νερό της διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στη λατρεία και στη λειτουργία του ιερού και του μαντείου. Εκεί πλενόταν η Πυθία, οι ιερείς και το προσωπικό του ναού, ενώ με το νερό της καθάριζαν και το ναό του Απόλλωνα. Εκεί έπρεπε υποχρεωτικά να πλυθούν και οι θεοπρόποι, δηλαδή όσοι θα ζητούσαν χρησμό, προκειμένου να εξαγνισθούν.

Η Κασταλία πηγή βρίσκεται στη χαράδρα των Φαιδριάδων, στα ριζά του βράχου που σήμερα ονομάζεται Φλεμπούκος και στην αρχαιότητα λεγόταν Υάμπεια. Από εκεί το ρέμα ξεχύνεται στην κοιλάδα του Πλειστού ως χείμαρρος, το σημερινό Αρκουδόρρεμα, όπου, σύμφωνα με το μύθο, ήταν η φωλιά του Πύθωνα. Το νερό της Κασταλίας πηγής έφθανε μέσω ενός αγωγού στην ομώνυμη κρήνη, που βρίσκεται ανάμεσα στο τέμενος του Απόλλωνα και στο αρχαίο γυμνάσιο των Δελφών.


Ιερά Oδός: Το μονοπάτι που οδηγούσε από την είσοδο του τεμένους του Απόλλωνα μέχρι το βωμό των Χίων και τον επιβλητικό ναό του Απόλλωνα, ονομαζόταν Ιερά οδός. Ήταν ο βασικός ιστός του ιερού και είχε πομπικό-τελετουργικό χαρακτήρα, αφού διευκόλυνε την κίνηση των προσκυνητών και των επισκεπτών του ιερού χώρου. Οι θεοπρόποι, όπως λέγονταν όσοι έρχονταν στους Δελφούς για να ζητήσουν χρησμό, ακολουθούσαν την Ιερά οδό την 9η κάθε μήνα, ώστε να λάβουν σειρά προτεραιότητας για τη «μαντείαν» της Πυθίας, αφού προηγουμένως θυσίαζαν στο μεγάλο βωμό, που βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της οδού. Εξαίρεση αποτελούσαν οι πολίτες των πόλεων, αλλά και ορισμένοι επιφανείς ιδιώτες, που είχαν λάβει την «προμαντείαν», δηλαδή το δικαίωμα παράκαμψης της σειράς προτεραιότητας για τη λήψη της μαντείας, όπως ήταν οι Κορίνθιοι, οι Νάξιοι, οι Χίοι, οι Θηβαίοι και ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος Β΄.
Η Ιερά οδός ήταν ανηφορική και διέσχιζε το ιερό οφιοειδώς, σε μήκος περίπου 200 μέτρων, και πλαισιωνόταν από αγάλματα, εξέδρες και θησαυρούς, όπως λέγονταν τα κτήρια όπου τοποθετούνταν τα αφιερώματα των πόλεων.
Οι Θησαυροί ήταν μνημεία συνήθως αναμνηστικά κάποιου σημαντικού γεγονότος: μιας πολιτικής συμμαχίας, μιας σημαντικής νίκης στους αθλητικούς αγώνες των Δελφών, μιας νικηφόρας μάχης εναντίον ξένων ή Ελλήνων, όπως το ανάθημα των Αθηναίων για τη μάχη του Μαραθώνα.
Υπήρχαν, όμως, και αρκετά που είχαν αφιερωθεί μόνο για να ευχαριστήσουν το θεό για το χρησμό ή για την εύνοιά του απέναντι σε ολόκληρη την πόλη, σε μία οικογένεια ή σε έναν επιφανή ιδιώτη. Στο πρώτο μέρος της οδού ήταν στημένα τα γλυπτά αναθήματα και στο δεύτερο, μεγαλύτερο, δέσποζαν κυρίως οι θησαυροί των ελληνικών πόλεων-κρατών, ενώ στο τελευταίο τμήμα, μπροστά από το ναό και το βωμό, είχαν στηθεί σπουδαία αναθήματα πλούσιων ιδιωτών ή πόλεων-κρατών, καθώς και το μνημείο που προσέφεραν όλοι οι Έλληνες μετά τη νίκη τους στις Πλαταιές.





Το θ έ α τ ρ ο των Δελφών είναι ένα από τα λίγα θέατρα της αρχαίας Ελλάδας, για το οποίο γνωρίζουμε τόσο την ακριβή χρονολόγηση όσο και τις μορφές που είχε στη διάρκεια των αιώνων, το συνολικό του σχέδιο και την όψη του κοίλου. Βρίσκεται μέσα στο ιερό του Απόλλωνα, στη βορειοδυτική γωνία και στη συνέχεια του περιβόλου του. Στην αρχαιότητα φιλοξενούσε τους αγώνες φωνητικής και ενόργανης μουσικής, που διεξάγονταν στο πλαίσιο των Πυθίων και άλλων θρησκευτικών εορτών και τελετουργιών, των οποίων η σημασία προσδίδει στο μνημείο πνευματική και καλλιτεχνική αξία ισότιμη με την αθλητική ιδέα που συμβολίζει το αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας. Η μορφή του πρώτου θεάτρου, που κατασκευάσθηκε στο χώρο, δεν μας είναι γνωστή. Τον 4ο αι. π.Χ., κτίσθηκε το πρώτο πέτρινο θέατρο και ακολούθησαν πολλές επισκευές του. Τη σημερινή του μορφή, με τη λιθόστρωτη ορχήστρα, τα λίθινα εδώλια και τη σκηνή, έλαβε κατά τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους, το 160/159 π.Χ., όταν ο Ευμένης Β΄ της Περγάμου χρηματοδότησε τις κατασκευαστικές και επισκευαστικές εργασίες που έγιναν στο μνημείο.

Το κοίλο του θεάτρου διαμορφώθηκε εν μέρει στο φυσικό έδαφος (στα βόρεια και δυτικά) και εν μέρει σε τεχνητή επίχωση (στα νότια και ανατολικά). Διαιρείται με το διάζωμα σε δύο ζώνες, από τις οποίες η ανώτερη έχει 8 σειρές εδωλίων και η κατώτερη 27. Οι δύο ζώνες χωρίζονται με ακτινωτές κλίμακες, σε έξι κερκίδες η επάνω και σε επτά η κάτω, συνολικής χωρητικότητας 5.000 θεατών. Η πεταλοειδής ορχήστρα πλαισιώνεται από αποχετευτικό αγωγό, ενώ το πλακόστρωτο δάπεδό της και το θωράκιο προς την πλευρά του κοίλου ανήκουν στους ρωμαϊκούς χρόνους. Στους τοίχους των παρόδων είναι εντοιχισμένες απελευθερωτικές επιγραφές, το κείμενο των οποίων, όμως, έχει χαθεί λόγω της φθοράς που έχει υποστεί η επιφάνεια των λιθοπλίνθων. Από τη σκηνή σώζονται μόνο τα θεμέλια. Φαίνεται ότι χωριζόταν σε δύο μέρη, το προσκήνιο και την κυρίως σκηνή. Τον 1ο αι. μ.Χ. η πρόσοψη του προσκηνίου διακοσμήθηκε με ζωφόρο, στην οποία απεικονίζονταν οι άθλοι του Ηρακλή. 




Η Στοά των Αθηναίων. Από τα σημαντικά αναθήματα των Αθηναίων στους Δελφούς είναι η στοά, που έχει κτισθεί σε κεντρική θέση του ιερού του Απόλλωνα, κάτω από το μεγάλο ναό, μπροστά ακριβώς από τον πολυγωνικό αναλημματικό τοίχο και απέναντι από το χώρο της Άλω, όπου τελούνταν τα ιερά δρώμενα προς τιμήν του Απόλλωνα. Στο χώρο της φυλάσσονταν τα πολεμικά λάφυρα που αφιέρωσαν οι Αθηναίοι και προέρχονταν κυρίως από τις ναυτικές τους επιτυχίες εναντίον των Περσών. Η στοά αποτελεί έργο του οικοδομικού προγράμματος του Περικλή και χρονολογείται μετά το 478 π.Χ. Η ταύτιση του μνημείου είναι βέβαιη χάρη στην επιγραφή που ήταν χαραγμένη κατά μήκος του χαμηλότερου δόμου της βάσης του και όριζε το λόγο για τον οποίο είχε κτιστεί: ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΑΝΕΘΕΣΑΝ ΤΗΝ ΣΤΟΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΗΟΠΛΑ ΚΑΙ ΤΑΚΡΟΤΕΡΙΑ ΕΛΟΝΤΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΩΝ. Εδώ, δηλαδή, ήταν αφιερωμένα τα «ακρωτήρια», δηλαδή τα ακρόπρωρα των περσικών πλοίων, και τα «όπλα», δηλαδή τα σχοινιά που συγκρατούσαν τη γέφυρα. Στα επόμενα χρόνια προστέθηκαν λάφυρα πλοίων και από άλλες νικηφόρες ναυμαχίες των Αθηναίων, όπως αυτές στη Μυκάλη, στη Σηστό, στη Σαλαμίνα και στον Ελλήσποντο.
Η στοά ήταν ένας υπόστεγος χώρος, που χρησιμοποιούσε ως τοίχο στην πίσω του πλευρά τον πολυγωνικό αναλημματικό τοίχο του ναού, στο ανατολικό του τμήμα. Κατά μήκος του υπήρχε κτιστό βάθρο, επάνω στο οποίο είχαν στηθεί τα αναθήματα. Η στοά είναι ιωνικού ρυθμού. Έχει επτά μονόλιθους μαρμάρινους ραβδωτούς κίονες από πεντελικό μάρμαρο με βάσεις από παριανό μάρμαρο και μία πυκνή σειρά πεσσών, που ακουμπούσαν στον πολυγωνικό τοίχο. Όλη αυτή η υποδομή στήριζε την ξύλινη στέγη. Ο στυλοβάτης του κτηρίου ήταν κατασκευασμένος από ντόπιο ασβεστόλιθο και είχε τρεις βαθμίδες, στην ανώτερη από τις οποίες είναι προσεκτικά χαραγμένη η επιγραφή, με μεγάλα αττικά γράμματα.

Το μνημείο σήμερα διατηρείται στο κατώτερο μέρος του, που έχει δεχθεί επεμβάσεις για τη συντήρησή του, ενώ δεν σώζονται η ανωδομή και η στέγη. _ 


Θ η σ α υ ρ ό ς των Αθηναίων: Ήταν από τα πιο σπουδαία και εντυπωσιακά κτίσματα του τεμένους του Απόλλωνα. Δέσποζε επάνω στην Ιερά οδό, αμέσως μετά την πρώτη προς βορρά στροφή της, δίπλα στο βουλευτήριο της πόλης των Δελφών και απέναντι από τους θησαυρούς των Κνιδίων και των Συρακουσίων. Το μικρό αυτό κτίσμα ήταν ένα είδος θησαυροφυλάκιου της Αθήνας, στο οποίο φυλάσσονταν τρόπαια από σημαντικές πολεμικές νίκες της πόλης και άλλα αντικείμενα που είχαν αφιερωθεί στο ιερό. Ο θησαυρός οικοδομήθηκε από την αθηναϊκή δημοκρατία στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Μάλιστα, θεωρείται το μνημείο που εκφράζει την επικράτηση των δημοκρατικών στην Αθήνα και την εκδίωξη των τυράννων. Σύμφωνα με μία άλλη ερμηνεία, η οποία στηρίζεται κυρίως στην περιγραφή του περιηγητή Παυσανία και στην επιγραφή που σώζεται στην πρόσοψη της νότιας κρηπίδας, ο θησαυρός οικοδομήθηκε σε ανάμνηση της απόκρουσης του περσικού κινδύνου μετά τη μάχη στο Μαραθώνα το 490 π.Χ.
Πρόκειται για μικρό, δωρικού ρυθμού κτίσμα κατασκευασμένο από παριανό μάρμαρο με τη μορφή ναΐσκου εν παραστάσι, όπως οι περισσότεροι θησαυροί. Τα ανάγλυφα που τον κοσμούσαν αποτελούν δείγματα υψηλής πλαστικής στην τελευταία περίοδο της αρχαϊκής εποχής και μπορούν εύκολα να συγκριθούν με τις πρώιμες ερυθρόμορφες αγγειογραφίες ως προς την κομψότητα των μορφών, τις ελαφρές αναλογίες, τις έντονες και στερεές κινήσεις, αλλά και τις τολμηρές στάσεις. Στις ανάγλυφες μετόπες του εικονίζονται οι άθλοι του Ηρακλή (πίσω και βόρεια πλευρά) και του Θησέα (πρόσοψη και νότια πλευρά). Η αντιδιαστολή του Θησέα με τον Ηρακλή παραπέμπει στην αλλαγή πολιτεύματος στην Αθήνα με την επικράτηση της δημοκρατίας. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται και με τη γενικότερη επικράτηση στην τέχνη του 5ου αι. π.Χ. της εικονογραφίας του Θησέα, ενώ κατά τον 6ο αι. π.Χ. κυριαρχούσε η εικονογραφία του Ηρακλή. Στη νότια μακριά πλευρά και στην πρόσοψη του κτίσματος, δηλαδή στις πλευρές που δεσπόζουν επάνω στη στροφή της Ιεράς οδού, έχει δημιουργηθεί κρηπίδωμα που σχηματίζει τριγωνική πλατεία, όπου κατά τις επίσημες γιορτές και πομπές οι Αθηναίοι εξέθεταν τα λάφυρα από τη μάχη του Μαραθώνα και τα άλλα τρόπαια που φυλάσσονταν μέσα στο θησαυρό. Στους τοίχους του κτηρίου σώθηκαν πολλές επιγραφές με κείμενα σημαντικά για τη μελέτη των αρχαίων εορτών και εθίμων, όπως η Πυρφορία, η Τριποδιφορία, η Πυθαΐς και η Δωδεκαΐς, που ήταν επίσημες πομπές των Αθηναίων στους Δελφούς, αλλά και για τη μελέτη της μουσικής, αφού στη νότια πλευρά, κοντά στην ανατολική γωνία, ήταν γραμμένοι οι δύο περίφημοι ύμνοι στον Απόλλωνα, τα μοναδικά αρχαιοελληνικά κείμενα που συνοδεύονται από μουσικό υπομνηματισμό και σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Στο εσωτερικό του θησαυρού είναι χαραγμένα στους τοίχους σημαντικά τιμητικά ψηφίσματα για Αθηναίους, που χρονολογούνται από τον 3ο αι. π.Χ. και μετά, καθώς και ονόματα ενεχυροδανειστών, που χρησιμοποιούσαν το κτήριο στα μεταγενέστερα χρόνια.

Ο θησαυρός των Αθηναίων ήταν το μοναδικό μνημείο των Δελφών που διέθετε αρκετό από το αρχαίο του υλικό και έτσι αναστηλώθηκε από τους Γάλλους το 1906 με χορηγία του τότε δημάρχου Αθηναίων, Σπύρου Μερκούρη. Οι μετόπες του μνημείου έχουν αποσπασθεί, έχουν συντηρηθεί και εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών και στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί γύψινα εκμαγεία. 

Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών


Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, παρουσιάζει την ιστορία του φημισμένου δελφικού ιερού και του πιο ξακουστού μαντείου του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι πλούσιες συλλογές του περιλαμβάνουν κυρίως αρχιτεκτονικά γλυπτά, αγάλματα και έργα μικροτεχνίας, αφιερώματα των πιστών στο ιερό, από την ίδρυση του απολλώνειου τεμένους τον 8ο αι. π.Χ. έως τα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας. Τα περισσότερα εκθέματα είναι προσφορές των πιστών στο ιερό και χρονολογούνται στην περίοδο ακμής του, από την αρχαϊκή έως τη ρωμαϊκή εποχή.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα, είναι ο περίφημος Ηνίοχος των Δελφών.
Ο Η ν ί ο χ ο ς

Το άγαλμα του ηνιόχου είναι αναμφίβολα το πιο διάσημο από τα αφιερώματα στους Δελφούς. Ο νεαρός απεικονίζεται όρθιος στο δίφρο, αμέσως μετά τη νίκη του. Φορά τον τυπικό μακρύ χιτώνα των ηνιόχων, που ζώνεται ψηλά και συγκρατείται με δύο ταινίες για να μην ανεμίζει κατά τη διάρκεια του αγώνα. Οι πτυχώσεις του χιτώνα κάτω από το ζωστήρα δίνουν την εντύπωση δωρικού κίονα, ενώ οι πτυχές στο πάνω μέρος του κορμού είναι λοξές ή καμπύλες. Τα μαλλιά του περιζώνει ταινία, σύμβολο της νίκης, διακοσμημένη με ένθετο ασημί μαίανδρο.
Τα μάτια του είναι ένθετα από ημιπολύτιμο λίθο και γυαλί και εκφράζουν τη δύναμη και την αυτοκυριαρχία του. Το άγαλμα ήταν μέρος ενός μεγάλου αφιερώματος, που περιλάμβανε το τέθριππο άρμα και μια δεύτερη ανδρική μορφή. Προσφέρθηκε, (σύμφωνα με την επιγραφή: -----Π ]ΟΛΥΖΑΛΟΣ Μ ΑΝΕΘΗΚ[ΕΝ---Ι---] -] ΟΝ ΑΕ ΕΥΩΝΥΜ ΑΠΟΛ[ΛΟΝ]) από τον τύραννο της Γέλας Πολύζαλο, ύστερα από νίκη του σε αρματοδρομία στα Πύθια. Είναι κατασκευασμένο με τη μέθοδο του «χαμένου κεριού» και αποτελεί τυπικό δείγμα του αυστηρού ρυθμού. Θεωρείται έργο μεγάλου καλλιτέχνη, ίσως του Πυθαγόρα από το Ρήγιο.


Κ λ έ ο β ι ς και Β ί τ ω ν : Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη και δηλώνει το όνομα του γλύπτη : [ΠΟΛΥ]ΜΕΔΕΣ ΕΠΟΙΗΣΕ ΑΡΓΕΙΟΣ. _ Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί (ύψος: 1,97 μ.), προτείνουν το αριστερό πόδι και τα χέρια τους, ελαφρά λυγισμένα, είναι σφιγμένα σε γροθιές. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας. Την ιστορία τους αναφέρει ο Ηρόδοτος: κάποια μέρα που η μητέρα τους έπρεπε να πάει στο Ηραίο και τα βόδια αργούσαν, έσυραν οι ίδιοι το άρμα μέχρι το ιερό. Η μητέρα τους, τότε, ζήτησε από την Ήρα να τους ανταμείψει και η θεά τούς χάρισε ήρεμο θάνατο στον ύπνο τους. Αποτελούν τυπικό δείγμα της αρχαϊκής γλυπτικής και, ειδικότερα, των αργείτικων εργαστηρίων του 6ου αι. π.Χ.

🏦
Ευρήματα από τους ι ε ρ ο ύ ς α π ο θ έ τ ε ς. Πρόκειται για μερικά από τα πιο εντυπωσιακά και πολύτιμα αφιερώματα στο ιερό του Απόλλωνα. Βρέθηκαν μέσα σε δύο αποθέτες ιερών αντικειμένων, όπου φυλάχθηκαν μετά την καταστροφή τους από φωτιά, τον 5ο αι. π.Χ. Οι αποθέτες περιείχαν ελεφάντινα, χρυσά, αργυρά, χάλκινα, σιδερένια, πήλινα θραύσματα, χώμα και στάχτες.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ένας ταύρος σε φυσικό μέγεθος, κατασκευασμένος από ασημένια σφυρήλατα ελάσματα, ενωμένα με χάλκινες ταινίες και καρφωμένα σε ξύλινο πυρήνα, μέρη τριών εντυπωσιακών χρυσελεφάντινων αγαλμάτων, ένα κομψό χάλκινο θυμιατήριο με ψηλή βάση, που έχει τη μορφή πεπλοφόρου γυναίκας, η οποία κρατεί πάνω από το κεφάλι της δοχείο με διάτρητο πώμα, καθώς και πλακίδια από ελεφαντόδοντο, στα οποία απεικονίζονται διάφορες σκηνές από την ελληνική μυθολογία.

Ο θησαυρός των Σιφνίων: Τμήματα αρχιτεκτονικής και πλαστικής διακόσμησης του θησαυρού των Σιφνίων, όπως η ζωφόρος, το ανατολικό αέτωμα, το περίθυρο, οι καρυάτιδες, καθώς και η σφίγγα των Ναξίων εκτίθενται μαζί με στοιχεία αρχιτεκτονικής πλαστικής από άλλα οικοδομήματα του ιερού. _ Ο θησαυρός των Σιφνίων αποτελεί εξαίρετο δείγμα της αρχαϊκής τέχνης, με πλούσιο γλυπτό διάκοσμο. Η μεγαλοπρέπειά του εξηγείται από την ιδιαίτερη οικονομική άνθηση που γνώριζε η Σίφνος χάρη στα μεταλλεία χρυσού και αργύρου που διέθετε. Στην ανατολική ζωφόρο απεικονίζονται οι ολύμπιοι θεοί να παρακολουθούν τη μάχη Ελλήνων και Τρώων, στη βόρεια η Γιγαντομαχία, η πάλη θεών και Γιγάντων για την κυριαρχία του κόσμου, στη δυτική η κρίση του Πάρη, η επιλογή της ωραιότερης θεάς ανάμεσα στις Αθηνά, Αφροδίτη και Ήρα, και στη νότια η αρπαγή γυναίκας, είτε η αρπαγή της Ιπποδάμειας από τον Πέλοπα, είτε η αρπαγή των Λευκιππιδών από τους Διόσκουρους. Το φόντο της ζωφόρου ήταν βαμμένο γαλάζιο, ενώ διατηρούνται και άλλα χρώματα, κυρίως στα μαλλιά, στα ενδύματα και στα όπλα των μορφών. Δίπλα σε αρκετά πρόσωπα ήταν γραμμένα με χρώμα τα ονόματά τους. Χρονολογείται στην αρχαϊκή περίοδο, περίπου 525 π.Χ. _ _ _
🏦

Η Σφίγγα των Ναξίων (Αρχαϊκή περίοδος, 560 π.Χ.): Ήταν ανάθημα των Ναξίων και δέσποζε στο ιερό του Απόλλωνα, πάνω σε ιωνικό κίονα ύψους 12,10 μ. Η μυθική μορφή, σύμβολο χθόνιας θεότητας και ουράνιας εξουσίας, παριστάνεται με σώμα και πόδια λιονταριού, με στήθος και φτερά πτηνού και κεφάλι κόρης. Τα μαλλιά της είναι μακριά, δένονται με ταινία στο μέτωπο και πέφτουν σε επιμελημένους βοστρύχους, ενώ το πρόσωπό της με τη δαιμονική έκφραση ζωντανεύει με τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια και το δειλό χαμόγελο, το τυπικό για την εποχή «αρχαϊκό μειδίαμα». Οι λεπτομέρειες της ανατομίας και τα διακοσμητικά στοιχεία στο στήθος και στα φτερά δηλώνονταν με εγχαράξεις και με χρώμα. Το έργο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ναξιακής γλυπτικής στην περίοδο της ακμής της, τον 6ο αι. π.Χ. Στη βάση της σφίγγας χαράχθηκε το 328-327 π.Χ. ψήφισμα των Δελφών, με το οποίο δινόταν στους Ναξίους το δικαίωμα της προμαντείας, δηλαδή το δικαίωμα να προηγούνται κατά τη λήψη χρησμών από το μαντείο των Δελφών:
ΔΕΛΦΟΙ ΑΠΕΔΩΚΑΝ
ΝΑΞΙΟΙΣ ΤΑΝ ΠΡΟΜΑΝΤΗΙΑΝ
ΚΑΤΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΑΡΧΟΝΤΟΣ
ΘΕΟΛΥΤΟΥ ΒΟΥΛΕΥΟΝΤΟΣ
ΕΠΙΓΕΝΕΟΣ
Λευκή αττική κ ύ λ ι κ α. Το αγγείο σώζει μία από τις πιο αντιπροσωπευτικές απεικονίσεις του Απόλλωνα. Στο εσωτερικό της κύλικας, σε λευκό βάθος, ο θεός εικονίζεται καθισμένος σε οκλαδία δίφρο. Φοράει λευκό αχειρίδωτο χιτώνα, που στερεώνεται στους ώμους με πόρπες, και πορφυρό ιμάτιο που τυλίγει το κατώτερο μέρος του κορμιού του. Τα μαλλιά του είναι ανέμελα δεμένα πίσω και στο κεφάλι του φέρει στεφάνι από φύλλα μυρτιάς. Με το δεξί χέρι κάνει σπονδή χύνοντας κρασί από φιάλη, ενώ με το αριστερό κρατάει επτάχορδη λύρα με ηχείο από κέλυφος χελώνας. Τη σκηνή παρακολουθεί μια κορώνη, που θυμίζει το μύθο για την Κορωνίδα, κόρη του βασιλιά Φλεγύα, την οποία αγαπούσε ο Απόλλωνας. Άλλοι μελετητές θεωρούν ότι πρόκειται απλώς για κάποιο πτηνό με μαντικές ιδιότητες. Η κύλικα αποτελεί τυπικό δείγμα της αττικής αγγειογραφίας των αρχών του 5ου αι. π.Χ., που χρησιμοποιούσε λευκό χρώμα ως φόντο για πολύχρωμες παραστάσεις. Είναι έργο άγνωστου αγγειογράφου, αν και από ορισμένους μελετητές αποδίδεται στο ζωγράφο του Βερολίνου.
🏦 Ο Κίονας με τις Χ ο ρ ε ύ τ ρ ι ε ς. Από τα πιο εντυπωσιακά αναθήματα στο ιερό του Απόλλωνα (είχε ύψος 10,90 μ.) πρέπει να ήταν ο μαρμάρινος κίονας, ο οποίος έφερε φύλλα άκανθας, τόσο στο κιονόκρανο όσο και στη βάση των σπονδύλων, έτσι ώστε να μοιάζει με βλαστό φυτού. Στο Μουσείο των Δελφών εκτίθεται το ανώτερο τμήμα του, που επιστέφεται από κιονόκρανο με φύλλα άκανθας και σύμπλεγμα τριών γυναικών, πιθανόν χορευτριών. Οι μορφές είναι σκαλισμένες σε έκτυπο ανάγλυφο γύρω από ένα κίονα και τα ενδιάμεσα κενά καλύπτονται από φύλλα ακάνθου. Φορούν πόλο στο κεφάλι και διαφανή χιτώνα ζωσμένο ψηλά, που αναδεικνύει την ομορφιά τους. Σηκώνουν το δεξί τους χέρι και προβάλλουν ελαφρά το ένα πόδι, δίνοντας τη γενική αίσθηση μιας χαριτωμένης, αέρινης κίνησης. Πάνω από τα κεφάλια τους υψωνόταν τρίποδας, που στήριζε χάλκινο λέβητα. Το μνημείο πατούσε επάνω σε λίθινο βάθρο, που φέρει τη χαρακτηριστική επιγραφή με το συγκεκομμένο όνομα του Παν(κράτη), γνωστού εργολάβου των μέσων του 4ου αι. π.Χ.
🏦 Άγαλμα του Α ν τ ί ν ο ο υ (130 μ.Χ.), του αγαπημένου συντρόφου του αυτοκράτορα Αδριανού, που καταγόταν από τη Βιθυνία της Μικράς Ασίας. Διατηρείται σε καλή κατάσταση, αν και λείπουν τα χέρια του από τους αγκώνες και κάτω. Ο Αντίνοος παριστάνεται σαν νέος με μακριά μαλλιά, που στο κεφάλι φέρει στεφάνι, από το οποίο σώζεται μόνο η ταινία, ενώ τα φύλλα θα ήταν από άλλο υλικό. Το έργο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξέλιξης του πορτραίτου. Η μελαγχολική ομορφιά, η κλίση της κεφαλής και η στίλβωση της επιδερμίδας του μαρμάρου ενσαρκώνουν το πνεύμα των αυτοκρατορικών χρόνων και την τάση της τέχνης για επάνοδο στα αρχαία ελληνικά πρότυπα. Το άγαλμα στήθηκε στο ιερό των Δελφών με απόφαση των αμφικτυόνων και του ιερέα Αριστότιμου και είναι ένα από τα ωραιότερα πορτραίτα του Αντίνοου. Ο νέος πνίγηκε στο Νείλο το 130 μ.Χ., και μετά το θάνατό του ο Αδριανός τον θεοποίησε, έστησε αγάλματα και προτομές του σε πόλεις και ιερά της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και καθιέρωσε τελετές λατρείας και αγώνες προς τιμήν του.



🏦 Ο μ φ α λ ό ς. Ο ομφαλός αποτελούσε το σύμβολο των Δελφών. Σύμφωνα με το μύθο, όταν ο Δίας θέλησε να βρει το κέντρο του κόσμου, άφησε από τον Όλυμπο ελεύθερους δύο αετούς προς τα αντίθετα άκρα της γης. Οι αετοί συναντήθηκαν επάνω από τους Δελφούς, καθιερώνοντάς τους έτσι ως τον ομφαλό, δηλαδή το κέντρο της γης. Ο μαρμάρινος ομφαλός στο Μουσείο των Δελφών είναι ελληνιστικό ή ρωμαϊκό αντίγραφο του ομφαλού που βρισκόταν στο άδυτο του ναού. Στην κορυφή του στερεώνονταν δύο επιχρυσωμένοι αετοί. Η ανάγλυφη διακόσμηση στην επιφάνειά του απομιμείται το άγρηνον, ένα ύφασμα από μάλλινες ταινίες, που κάλυπτε τον ιερό ομφαλό του αδύτου. Είναι γνωστό ότι στους Δελφούς υπήρχαν και άλλα ομοιώματα του ομφαλού, κατασκευασμένα από διάφορα υλικά. Ίσως ο συγκεκριμένος να είναι ο ομφαλός που είδε ο περιηγητής Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ.
πηγή: odysseus.culture.gr

Επιστροφή από τους Δελφούς, Νικηφόρου Βρεττάκου 🏦🌹


Δίπλα μας, πάνω στο άρμα του, ταξίδευε ο Ηνίοχος.
Ακολουθούσαν πίσω μας οι Φαιδριάδες.
Αντίλαλοι παράξενοι γύριζαν μες στη νύχτα,
μια νύχτα που δεν έμοιαζε όπως τις άλλες νύχτες
του κόσμου• τόσο που, μπρος της, παραμερίσαν
ακόμα κι οι βασιλικές νύχτες των παιδικών μου χρόνων.
Ήτανε τόσο διάφεγγα όλα και ξεχωρίζαν
τα βουνά τόσο φωτεινά, που έμοιαζε σάμπως κάποιος
συμπαντικός λαμπαδηφόρος, του Πυθίου Απόλλωνος
αποσταλμένος, τρέχοντας στα ύψη, να μας συνόδευε
φωτίζοντας μ’ έναν πυρσό πάνω μας τον ορίζοντα. _
Πάνω απ’ τα ελάτια του βουνού, ολόχρυσο, παιχνιδίζοντας,
έτρεχε ανάλαφρο μαζί μας το δρεπάνι του φεγγαριού,
σαν αλαφάκι, ώσπου έδυσε τέλος κι ο κόσμος άλλαξε
σάμπως να γύρισε ο Θεός σελίδα. Σάμπως να ’γινε
πάνω μας μια παράξενη άνοιξη, ο ουρανός
έμοιαζε με κλαδί ανθισμένο. Όρθιος ο Ηνίοχος
στο πλάι μας πάντα, λάσκαρε κάθε τόσο τα γκέμια,
κοίταζε πάνω του το σύμπαν και χαμογελούσε. _
Βλέπαμε ο ένας τον άλλο παραξενεμένοι.
Δεν ξέραμε αν ήτανε νύχτα στη γη ή μέρα,
κάπου, σε κάποιον κόσμον άλλο. Και δεν ξέραμε
τι είχε συμβεί πάνω στη γη. Νιώθαμε την ψυχή μας
θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε κι οι καρδιές μας
χτυπούσαν όπως το πρωί οι καμπάνες. Θα τελειώσει;
Μέσα μας ζούσαμε ένα φόβο. Τούτο τα ταξίδι
μπορεί σε λίγο να τελειώσει; Θεέ μου, θα τελειώσει;
Και τι θα γίνει αυτό το φως όλο που αναδιπλώνεται
και ξεχειλίζει και κυλάει παντού, σε μιαν αδιάκοπη
άμπωτη, σα να μη χωράει; Τα πάντα έλαμπαν σάμπως
και βάδιζαν σιγά – σιγά, βαστάζοντας αστέρια
και λουλούδια στα χέρια τους.
(Και για πρώτη φορά
νιώθαμε πως υπάρχουνε στον κόσμο αυτόν
ώρες που είν’ έξω από το χρόνο. Που δεν ξέρεις
πόσο διαρκούνε. Μήνες; Χρόνια; Αιώνες;
Που ισοζυγιάζουν όλη μας τη ζωή).
Ας μην τελειώσει!
Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σα να ’χαν
οι λέξεις όλες ειπωθεί, σα να μην έκανε,
σα να μην ξέραμε καμιά γλώσσα, όπως τ’ αστέρια
και τα έλατα του Παρνασσού, σιωπούσαμε. Ένα δάκρυ
είναι μια γλώσσα που μιλεί μ’ αναρίθμητες λέξεις,
κάτω απ’ την αγιοσύνη του στερεώματος,
όταν γυρνάς απ’ τους Δελφούς, με μόλις
συγκρατημένους τους λυγμούς. Νομίζαμε
πως κάτι ακούονταν απαλά, σάμπως πάνω απ’ τ’ αστέρι της
να ’παιζεν η Σαπφώ τη λύρα της ενώ, όλα σιωπούσανε
κ’ εμείς, και τ’ άστρα, κ’ οι ποιητές των αιώνων, και τ’ αγέρι
το κοιμισμένο στις ελιές πάνω και δεν ακούγονταν
παρά μόνον οι αντίλαλοι των Φαιδριάδων,
που βούιζαν κι αντιβούιζαν μέσα σε όλη τη νύχτα,
τη νύχτα αυτή την πιο όμορφη της ζωής μας που ποτέ
δεν θα ξανάρθει, αντίλαλοι που έμοιαζαν σάμπως κάποιος
πρωτάγγελος μες στη σιωπή, όρθιος, να επαναλάβαινε: _
«Ω, μα τον Δία! Τι χρειάζονται οι λέξεις στην αγάπη;»_
Πέφταν σαν κρίνα οι διάττοντες, οι αντίλαλοι σαλεύαν
τις γιασεμιές των ουρανών. Δεν είχε μείνει πόρτα
κλειστή. Λουλούδι ανάνθιστο. Άστρο σβυστό. Χαμήλωνε
ντυμένη όλες τις χάρες της η παντοδυναμία!
Και καθώς ταξιδεύαμε, νιώθαμε ως να μην ήταν
δρόμος κάτω απ’ τα πόδια μας και γης. Σα να μας πήγαινε
λικνίζοντάς μας πάνω του ένα τρελό ποτάμι! _
Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, όπου θέλεις πήγαινέ μας!


Νικηφόρος Βρεττάκος (1912 – 1991)Από τη συλλογή : Ο χρόνος και το ποτάμι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου