Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Γκύντερ Γκρας «Η Ντροπή της Ευρώπης»

Γκύντερ Γκρας
«Η Ντροπή της Ευρώπης»

 Χρησιμοποιώντας τη φόρμα αρχαιοελληνικής ωδής, ο νομπελίστας απευθύνεται στην Ευρώπη και την προειδοποιεί ότι κινδυνεύει με πνευματική πενία αν αποπέμψει από τις αγκάλες της τη χώρα που τη δημιούργησε. Με αναφορές στην Ιφιγένεια εν Ταύροις του Γκαίτε, τον μύθο της Αντιγόνης και το έργο του φιλέλληνα Γερμανού λυρικού ποιητή Χέλντερλιν ο Γκρας διατρέχει την ελληνική Ιστορία, από την αρχαιότητα ώς τη χούντα των συνταγματαρχών. Καταλήγει δε με την απειλή ότι «η απληστία των τραπεζών, των επιτρόπων και των εγκαθέτων τους» θα προκαλέσει τη μήνι των ίδιων των θεών. Δίχως την Ελλάδα η Ευρώπη θα είναι φτωχότερη, μία ήπειρος φθαρμένη και στερημένη από οποιαδήποτε πνευματικότητα.(έντυπη καθημερινή,της Ξένιας Κουναλάκη)

«Η Ντροπή της Ευρώπης»

Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές· κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο.

Οσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες, τώρα θα καταλυθούν, και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.

Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός, υποφέρει μια Χώρα· κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά.

Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή, που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.

Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων είχαν επιτεθεί στη Χώρα την ευλογημένη με νησιά, στον στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν.

Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα, όμως οι πραξικοπηματίες της, κάποτε, από Εσένα, ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.

Χώρα χωρίς δικαιώματα, που η ισχυρογνώμονη εξουσία ολοένα και περισσότερο της σφίγγει το ζωνάρι.

Σ' Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη, και σ' όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός, που Εσένα φιλοξένησε.

Ομως, έξω από τη Χώρα, του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυσού στοιβάζουν στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.

Πιες επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων· όμως ο Σωκράτης, με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο γεμάτο ώς επάνω.

Θα καταραστούν εν χορώ, ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Ολυμπό τους η δική Σου θέληση ζητάει ν' απαλλοτριώσει.

Στερημένη από πνεύμα, Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύμα της, Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε.

(Μετάφραση: Πατρίτσια Αδαμοπούλου)

(το είδαμε στον τοίχο της Παρασκευής Κηπουρίδου)





"Ο φόβος είναι αντίδραση. Το θάρρος είναι απόφαση" , Θάνος Χαρίσης

φωτογραφία Θάνος Χαρίσης

 Είναι απλό, δύσκολα όμως κατανοητό.

Ο φόβος είναι το εργαλείο που καλλιεργήθηκε και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον, σε κρίσιμες στιγμές της χώρας . Είναι μακριά από τις δυνάμεις του μέσου Έλληνα να αποφύγει να επηρεάζεται η ψυχολογία του από τα διλήμματα που του θέτουν . Όταν κυρίαρχα μέσα πληροφόρησης είναι τα ιδιωτικά κανάλια με δημοσιογράφους αμφιβόλου αντικειμενικότητας στην πληροφόρηση, ο απλός πολίτης γίνεται θύμα τους κι έχουμε το αποτέλεσμα που βλέπουμε σήμερα έξω από τις τράπεζες.

Ο καθένας μας χρειάζεται θάρρος για να προσπεράσει τον ύφαλο, να μη αφεθεί έρμαιο των εξελίξεων, αλλά να συνειδητοποιήσει ότι με την ψήφο του μπορεί να επιλέξει την στάση του για  την μελλοντική πορεία της χώρας. 

Το δημοψήφισμα είναι το ύψιστο δημοκρατικό δικαίωμα του πολίτη, ας μη αμφισβητείται από κανένα. 

Οι πολιτικοί που μας οδήγησαν επί δεκαετίες στην κατηφόρα, σήμερα  λουφάζουν, κρυφογελούν και χαίρονται για την δυστυχία μας. Οι ευθύνες δεν τους καταλογίστηκαν, περιμένουν στην γωνία για να επανέλθουν δριμύτεροι, να φάνε τις σάρκες μας από τα υπολείμματα μας.


Κι όμως εγώ σαν πολίτης και κυρίως σαν άνθρωπος Χρειάζομαι το Χαμόγελο του γείτονα, του συγγενή, του φίλου, του συναδέλφου. Αν το χάσω αλίμονο σε μένα γιατί δεν προσπάθησα, αλίμονο σε σένα που εγκλωβίστηκες.

Τάσος Ορφανίδης

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης «Che fece .... il gran rifiuto» (επίκαιρο όσο ποτέ)


Κωνσταντίνος Καβάφης «Che fece .... il gran rifiuto»

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τό ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.

Το «Che fece .... il gran rifiuto» είναι ένα από τα ξεχωριστά ποιήματα του Καβάφη, στο οποίο ο ποιητής καταγράφει τις σκέψεις του σχετικά με τη δύναμη που έχουν μερικοί άνθρωποι να «κάνουν τη μεγάλη άρνηση», να πουν όχι σε ό,τι αναμένεται από αυτούς και να βαδίσουν αντίθετα στο ρεύμα. Το ποίημα αυτό είναι εξόχως αντιπροσωπευτικό για τη ζωή του ποιητή, που δε δίστασε να έρθει σε σύγκρουση με όλες τις συμβάσεις της εποχής του, τόσο σε επίπεδο ποιητικής δημιουργίας όσο και σε επίπεδο προσωπικών επιλογών. Ο Καβάφης πλήρωσε ακριβά την άρνησή του να συμβιβαστεί με την τρέχουσα ηθική, αλλά και με τις ξεπερασμένες ιδέες περί ποιητικής. Αντιμετώπισε την περιφρόνηση των συγχρόνων του, θεωρήθηκε αιρετικός και με δυσκολία κατόρθωσε να επιβάλλει την παρουσία του στα νεοελληνικά γράμματα.

Αναλυτικότερα:

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε.

Οι εισαγωγικοί στίχοι του ποιήματος μας παρουσιάζουν εξαρχής τον προβληματισμό του ποιητή. Κάποια στιγμή «μερικοί άνθρωποι» καλούνται να επιλέξουν για κάτι εξαιρετικά σημαντικό στη ζωή τους, έρχονται δηλαδή αντιμέτωποι μ’ ένα καίριο δίλημμα, με μια τόσο σημαντική απόφαση που θα καθορίσει συνολικά τη ζωή τους. Είναι η στιγμή που θα πρέπει να πουν το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι. Το ναι αυτό μπορεί να αφορά είτε το συμβιβασμό με κάτι που απαιτείται από αυτούς είτε την ανάληψη μιας εξαιρετικά σημαντικής ευθύνης, και αντιστοίχως, το όχι λειτουργεί ως άρνηση σε επιβεβλημένους συμβιβασμούς ή σε ευθύνες που βαρύνουν υπέρμετρα. Ο ποιητής, μη θέλοντας να περιορίσει το νοηματικό εύρος των στίχων του, δεν καθορίζει το τι αφορά η σημαντική αυτή απόφαση, αφήνοντας έτσι τους στίχους αυτούς ανοιχτούς σε πολλαπλές ερμηνείες, αλλά και έτοιμους να εκφράσουν τον προβληματισμό πολλών ανθρώπων.
Ο Καβάφης, πάντως, τονίζει πως το ποίημα αυτό αφορά «μερικούς ανθρώπους», όχι όλους, κι αυτό αφενός γιατί ο ποιητής δεν πρέσβευε ποτέ ότι τα ποιήματά του καλύπτουν τις ανησυχίες όλων των ανθρώπων κι αφετέρου διότι για πολλούς ανθρώπους δεν τίθενται ποτέ τόσο σημαντικά διλήμματα στη ζωή τους.

Φανερώνεται αμέσως όποιος τό ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.

Από τους ανθρώπους που θα έρθουν αντιμέτωποι με το σημαντικό δίλημμα, εκείνοι που είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν σε αυτό που τους ζητείται, οι άνθρωποι που έχουν το Ναι έτοιμο μέσα τους, φανερώνονται αμέσως. Είναι οι άνθρωποι που εμφανίζονται έτοιμοι και πρόθυμοι να ζήσουν σύμφωνα με τις απαιτήσεις που έχουν οι άλλοι από αυτούς, είναι εκείνοι που θέλουν, με κάθε τρόπο, να φανούν αντάξιοι των προσδοκιών που υπάρχουν γι’ αυτούς. Οι άνθρωποι που έχουν έτοιμο το μεγάλο Ναι, επιλέγουν να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις που εγείρονται από τον κοινωνικό τους περίγυρο και κάνοντάς το αυτό επιτυγχάνουν να γίνουν αποδεκτοί από τους άλλους και να τιμηθούν για την επιλογή τους.
Είναι, βέβαια, σημαντικό να γίνει αντιληπτό πως οι άνθρωποι που θα πουν το ναι, καταλήγουν σ’ αυτήν την απόφαση γιατί είναι σύμφωνη με τις απόψεις και τις εσώτερες ανάγκες τους. Επιλέγουν να απαντήσουν θετικά, όχι γιατί εξαναγκάζονται, αλλά γιατί η απόφαση αυτή εκπληρώνει την ανάγκη τους να ζήσουν σε συμφωνία με τη θέση τους και σε συμφωνία με το τι αναμένεται και απαιτείται από αυτούς.

Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.

Εκείνοι που θα αρνηθούν, εκείνοι που θα πουν το μεγάλο Όχι, φτάνουν σ’ αυτή την απόφαση συνειδητά και όσες φορές κι αν έρχονταν αντιμέτωποι με το ίδιο δίλημμα, πάλι όχι θα έλεγαν. Κι, όμως, αυτό το όχι θα το πληρώνουν σε όλη τους τη ζωή, γιατί η άρνησή τους αυτή σημαίνει πως επιλέγουν να μη συμβιβαστούν με τις απαιτήσεις και τις αξιώσεις των άλλων, επιλέγουν να έρθουν σε ρήξη με τις κοινωνικές προσδοκίες και συμβάσεις, χαράζοντας το δικό τους δρόμο. Το μεγάλο Όχι απαιτεί μεγάλη δύναμη και αποφασιστικότητα, καθώς η κοινωνία δε συγχωρεί εκείνους που δεν συμμορφώνονται με τις επιταγές της. Το μεγάλο Όχι συνοδεύει για πάντα εκείνον που τόλμησε να το πει και τον βαρύνει σαν μια συνεχής επίκριση, σαν μια συνεχής αποδοκιμασία. Κι ενώ οι άνθρωποι που θα πουν το όχι χρειάστηκαν μεγαλύτερο κουράγιο και περισσότερη ψυχική δύναμη, από εκείνους που είπαν το ναι, δεν γίνονται αποδέκτες ανάλογης τιμής και σεβασμού. Αντιθέτως, βιώνουν την απόρριψη και τον ψόγο των συμπολιτών τους, μόνο και μόνο γιατί δε δέχτηκαν να ζήσουν σύμφωνα με τις παραδεδομένες αντιλήψεις. Το όχι που θα πουν οι άνθρωποι που θα έχουν το κουράγιο να αρνηθούν είναι σωστό γι’ αυτούς, γιατί συμβαδίζει με τις πεποιθήσεις και τις απόψεις του, εκφράζει δηλαδή την προσωπική τους ταυτότητα, αλλά δε συμφωνεί όμως με τις απόψεις της κοινωνίας, γι’ αυτό και τιμωρούνται για την άρνησή τους.
Η μεγάλη άρνηση, επομένως, αποτελεί σύμφωνα με τον ποιητή μια επιλογή που απαιτεί ψυχικό σθένος και δυναμισμό και δεν μπορεί να γίνει από δειλούς ή αδύναμους ανθρώπους. Ο Καβάφης, δηλαδή, παίρνοντας τον στίχο από την Κόλαση του Δάντη: “che fece per vilta il gran rifiuto” αφαιρεί το per vilta (από δειλία), το οποίο στο κείμενο του Δάντη αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, και μας δίνει μια διαφορετική εκδοχή για τους ανθρώπους που λένε το μεγάλο Όχι. Ενώ, δηλαδή, ο στίχος του Δάντη αποτελεί το αρχικό έναυσμα για το καβαφικό ποίημα, ο Καβάφης απομακρύνεται από τη σκέψη του Δάντη για εκείνον που από δειλία έκανε τη μεγάλη άρνηση, και παρουσιάζει ένα ποίημα για να τιμήσει τους μεγάλους αρνητές, τους ανθρώπους εκείνους που έχουν το θάρρος και τη δύναμη να πουν όχι στην τρέχουσα ηθική, στις κοινωνικές συμβάσεις, στις ξεπερασμένες ποιητικές τεχνικές και σε ό,τι άλλο η κοινωνία επιχειρεί να επιβάλλει στους ανθρώπους, εγκλωβίζοντάς τους σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής και σκέψης. Ο Καβάφης γνωρίζει τι σημαίνει να λες όχι και πόσο κοστίζει το όχι, γι’ αυτό και δεν δέχεται για κανένα λόγο το per vilta του δαντικού στίχου.
Σ’ ένα προσωπικό σχόλιό του ο ποιητής καταγράφει τη δική του σκέψη σχετικά με αυτόν που είπε το μεγάλο όχι, αφήνοντας το «από δειλία» του Δάντη, κατά μέρος.
«Αρνήθηκε, διότι σκέφθηκε ευσυνείδητα ή πως είναι ακατάλληλος για το έργο ή πως το έργο είναι ανάξιό του ή πως το έργο δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί ή κάποια παρόμοια λογικήν αιτία. Όμως, κάποιος άλλος ανέλαβε το έργο και επέτυχε -πιθανότατα επειδή ήταν ο κατάλληλος για τούτο το ειδικό έργο, ή επειδή διέθετε ορισμένα ειδικά μέσα, τα οποία αλλοίωσαν ή διευκόλυναν ή βελτίωσαν το έργο είτε τα αποτελέσματά του. Η επιτυχία αυτού του κάποιου άλλου αντανακλά εις βάρος του Αρνηθέντος, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, αν και ο Αρνηθείς εγνώριζε πως το όχι του ήταν σωστό, μολαταύτα τούτο το Όχι τον βαραίνει σε όλη την ζωή του- το κάνουν να τον βαραίνει, οι υποψίες και οι φλυαρίες και οι επιτιμήσεις και οι παραποιήσεις των πολλών.» Κ. Π. Καβάφης

 Κωνσταντίνος Μάντης |

Read more: http://latistor.blogspot.com/2011/06/che-fece-il-gran-rifiuto.html#ixzz3eGA8ge00


Μήπως στερούμαστε κάθε σοβαρότητας ; γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Βρισκόμαστε σε μια εποχή παραλογισμού και παροξυσμού εν όψει μιας αμφίβολης όσο και αμφιλεγόμενης συμφωνίας( Θάνος Χαρίσης)

Αγαπημένο έργο.Salvador Dali,Η Εμμονή της Μνήμης


Το τοπίο είναι απόλυτα ήσυχο, σχεδόν νεκρικό. Βλέποντας αυτόν τον πίνακα αισθάνεσαι πως όλα έχουν παύσει. Ίσως να βρισκόμαστε μια στιγμή, μετά το οριστικό τέλος. Όχι μια στιγμή προτού όλα τελειώσουν, αλλά εφόσον όλα, πλέον, τελείωσαν. Ο φόβος είναι ίσως. και ο λόγος που πιστεύουμε στα ρολόγια τοίχου παρά στο ρολόι της ψυχής μας.(sxolizografikis.gr)

Μήπως στερούμαστε κάθε σοβαρότητας ; 

Ο πανικός κουρδίστηκε καλά και κερδίζει έδαφος.Μπα δεν σκιάζομαι, έχω για να φάω μια μέρα θα μου κάνει πίστωση ο μπακάλης, ο μανάβης, ο χασάπης  ,οι γείτονες με λίγα λόγια,δεν μιλάμε για το LIDL.Για να πούμε του στραβού το δίκαιο πάντα αυτοί με τάιζαν, οι φίλοι γείτονες που χα μια καλημέρα και τον παρά μου είτε ήταν δραχμούλα είτε ευρουλάκι τον τιμούσαν με το χαμόγελο τους .Αυτό σκέφτομαι να πάω να πω μια καλημέρα.

Μια πίστωση εγώ μια πίστωση αυτός, αλληλεγγύη την ξεχάσαμε;

Δεν μας φοβίζουν τα ρόπαλα άντεξε πολλά η καμπούρα δεν θα ισιώσει τώρα.Κρατάτε αδέλφια ακόμη λίγο να βγάλουμε την ανηφόρα, μη ντρέπεστε τον γείτονα αδελφός είναι.
Ο εχθρός βρίσκεται στους αφανείς, αυτούς που δεν τους γνωρίζουμε και δεν τους καταλαβαίνουμε, αυτούς ντε της διαπλοκής ότι να σημαίνει αυτό. Όλη την περίοδο της μαύρης πενταετίας, έχουμε μάθει πολύ καλά τι σημαίνει πανικός, τρομοκρατία. Οι διαπλεκόμενοι το ξέρουν πολύ καλά, εφόσον βρίσκεται στο πετσί τους. Συνδιαλέγονται σκεπτόμενοι και σχεδιάζοντας την επόμενη κίνηση.

Ας κάνουμε λοιπόν κι εμείς την δική μας κίνηση , είναι δικαίωμα μας. 

Τάσος Ορφανίδης


Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Μια ζωή..,Ευτυχία Βιγκοπούλου

Μια ζωή...

Έπαιρνα μια τσουγκράνα στον ώμο...
φορούσα το πιο πλατύ μου καπέλο...
και έτρεχα να συντρέξω...
στο πληγωμένο δίκιο του τόπου μου...
έτσι κύλησε η ζωή μου...
ίσαμε τα σήμερα...
και τι κατάλαβα???
Μια παντομίμα δίκιου και συμφέροντος παιζόταν...
μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ανθρώπων...
αυτών που ’χουν ψυχή...
αυτών που η τύχη τους εξαρτιόταν...
απ τις διαπραγματεύσεις...
Άφησα ένα ψεύτικο γέλιο...
να ηρεμήσει το εξεγερμένο δίκιο μου...
Πατημένο αποτσίγαρο...
το δίκιο μου...
κάτω απ το παπούτσι του συμφέροντος...

κουράστηκα.[εφη]

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

"γιατί να λέγομαι άνθρωπος;" γράφει ο Αναστάσιος Ορφανίδης

φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

Γιατί τελικά νιώθω ντροπή, ενώ δεν θα ‘πρεπε;

Ήταν η πρώτη μου σκέψη, όταν επιχείρησα να ενημερωθώ για την εξέλιξη των θεμάτων, που αφορούν την χώρα μας. Τα δεδομένα δεν έχουν να κάνουν με ανθρώπινες σχέσεις, η Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού ,πρόσφυγες να κατακλύζουν τα παράλια της μεσογείου, η ανεργία σε δυσθεώρητα ύψη , οι άστεγοι να αναζητούν την εστία τους σε απίθανους χώρους, τα αδέσποτα ζώα να κατακλύζουν τους δρόμους σε χωριά η παραθαλάσσιες περιοχές, παρατημένα από ανθρώπους που τ’ αγόρασαν προηγουμένως.

Εικόνες πολλές, εικόνες με διαφορετικά μηνύματα. 

Συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας σε κάθε μέρος της Ευρώπης να διαμορφώνουν ένα κλίμα διαφωνίας. Ανθρώπινες υπάρξεις σε εξαθλίωση από την μια και σκληροτράχηλοι άνθρωποι ν’ αποφασίζουν για την τύχη τους από την άλλη.

Συμφέροντα ,συμφέροντα που αφορούν κάποιους ανθρώπους πάλι.

Μα το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος ,η φυσιογνωμία του, η αντίληψη του. Ανθρώπινα χέρια και συμφέροντα καταστρέφουν το περιβάλλον, εμπορεύονται οπλικά συστήματα που στρέφονται εναντίον ανθρώπων, διαμορφώνουν συνειδήσεις σε βάρος άλλων. Εμπορεύονται την βασική πηγή ζωής το ίδιο το νερό απαγορεύοντας το δικαίωμα χρήσης σε άλλους μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Εκμεταλλεύονται τους σπόρους βασικής διατροφής, εμποδίζοντας την καλλιέργεια και ανάπτυξη τους. Τέλος εμπορεύονται ζωές κάνοντας δουλεμπόριο και προωθούν γυναίκες στην πορνεία αγοράζοντας το δικαίωμα τους στην ζωή.


Αναρωτιέμαι γιατί να λέγομαι άνθρωπος, εφόσον δεν μπορώ να είμαι; 

Τάσος Ορφανίδης


φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Ένας χρήσιμος άνθρωπος, γράφει ο Βαγγέλης Μαρκάκης


από gr.dreamstime.com
ENAΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Τον πρωτοπρόσεξα πριν καμιά δεκαριά χρόνια, ξυρισμένο κεφάλι, σκούρα ρούχα, σχετικά καλό σώμα προς το λεπτό και ψηλό, παράλληλα σοβαρό αλλά ανέκφραστο πρόσωπο, μάλλον αδιάφορο βλέμμα, από απογοήτευση? περπατούσε πάντα μόνος. Παρ’όλο που ξεχώριζε, η παρουσία του μου θύμιζε μετανοημένο η γερασμένο πανκιό, φαινόταν γύρω στα πενήντα, κι’ας είχε ακόμα νεανικό αέρα.
Όταν μετά από λίγο καιρό τον είδα να σκουπίζει τους δρόμους, παραξενεύτηκα, μάλλον η μικροαστική μας υποκρισία, κόμπλεξ ανωτερότητας, ας το ερμηνεύσει ο καθένας όπως νομίζει. Αλλά γιατί? γιατί έκανε μια δουλειά που κανείς άλλος από εμάς δεν θα τολμούσε να κάνει έξω από την αυλή του σπιτιού του, τον θεωρούμε μέσα μας κατώτερο, έτσι αυτόματα, χωρίς καν να το σκεφτούμε, τον κατηγοριοποιούμε…
Για κάποιο διάστημα ένιωθα έτσι, όταν τον συναντούσα προσπαθούσα να τον αποφύγω.
Σιγά σιγά η σκέψη διαμορφωνόταν ερχόμενη σε σύγκρουση με τον άλλο της εαυτό, που αντίλεγε μέσα μου, "ρε συ αυτός ο άνθρωπος είναι πολύ χρήσιμος, κάνει μια δουλειά που είναι απολύτως απαραίτητη, για όλους μας, καθαρίζει τους δρόμους και τας οδούς της πόλης μας, κάνει δηλαδή μια ξεχωριστή και χρήσιμη εργασία".
Από τότε η σκέψη και η στάση μου άλλαξε, τον έβλεπα πλέον σαν παλιό γνωστό, που για να ζήσει προσέφερε μια κοινωνική εργασία που λίγοι τολμούν έστω κι από ανάγκη να διαλέξουν, παρ’όλο που είναι από τις πιο απαραίτητες.
Από τότε κάθε φορά που περνούσε έξω από την Τerra σκουπίζοντας τον δρόμο, του έδινα μια σοκολάτα για να τον ευχαριστήσω, την έπαιρνε χαμογελώντας συγκαταβατικά και συγκρατημένα ευχαριστώντας με, σαν να μου έλεγε, είσαι ένας απ΄τους λίγους που εκτιμούν την σοβαρότητα της δουλειάς μου.

Βαγγέλης Μαρκάκης

Χανιά Ιούνιος 2015

"Ο κήπος του προφήτη" Ένα επίκαιρο ποίημα του Χαλίλ Γκιμπράν


Χαλίλ Γκιμπράν, Απρίλιος 1913 Βικιπαίδεια

Ο Χαλίλ Γκιμπράν γεννήθηκε στο Μπεχάρι τον Λιβάνου, το 1883. Μετά τις σπουδές του στο Παρίσι, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α. όπου και πέθανε το 1931. Καταγόταν από οικογένεια σχετικά εύπορη και καλλιεργημένη. Η μητέρα του ήταν καλλιτεχνική φύση, με ξεχωριστό ταλέντο στη μουσική. Ο νεαρός Γκιμπράν παρουσίασε από μικρός ιδιαίτερη επίδοση στη ζωγραφική, την πλαστική και το γράψιμο. Σπούδαοε ζωγραφική στο Παρίσι, στη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Αύγουστο Ροντέν.
Το ποίημα εκδόθηκε το 1923!

 Χαλίλ Γκιμπράν - Ο Κήπος Του Προφήτη

Να λυπάσαι το έθνος με το πλήθος τα δόγματα και την κούφια θρησκεία.
Να λυπάσαι το έθνος οπού ρούχα φορεί που δεν ύφανε το ίδιο
ψωμοτρώει από στάρι που εκείνο δε θέρισε
το κρασί του δεν γίνηκε απ’ τις δικές του πατούσες.
Να λυπάσαι το έθνος που δοξάζει μ’ εγκώμια
τον τραμπούκο σαν ήρωα
και τον κατακτητή του με την κίβδηλη λάμψη
θεωρεί ευεργέτη.
Να λυπάσαι το έθνος που αψηφά τους κινδύνους
μοναχά στα ονείρατα
μα και πάλι κιοτεύει το πρωί σαν ξυπνήσει.
Να λυπάσαι το έθνος που υψώνει φωνή
σε κηδείες μονάχα
και φουσκώνει σα διάνος σε ερείπια αρχαία.
Και που δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο ανίσως
ο λαιμός του βρεθεί ανάμεσα σε σπαθί και κουτσούρι.
Να λυπάσαι το έθνος που έχει πολιτικό την αλεπού
τον σαλτιμπάγκο για φιλόσοφό του
και που η τέχνη του είναι τέχνη
πιθηκισμού και μπαλωμάτων.
Να λυπάσαι το έθνος που δέχεται
κάθε νέο αφέντη με σάλπιγγες
και τον διώχνει πνιγμένο στα «γιούχα»
για να φέρει μετά τον επόμενο με σαλπίσματα πάλι.
Να λυπάσαι το έθνος που οι σοφοί του από χρόνια βουβάθηκαν
κι οι σπουδαίοι του άντρες είν’ ακόμα στην κούνια.
Να λυπάσαι το έθνος που έχει γίνει κομμάτια
και που κάθε κομμάτι του παριστάνει το έθνος.

(Χαλίλ Γκιμπράν, από τον Κήπο του Προφήτη, 1933, μετάφραση για την ARB: Χ.Ε. Μαραβέλιας)



(Το διαβάσαμε στον τοίχο της φίλης Παρασκευής Κηπουρίδου)


"αν η μέρα κλαίει η γελάει ", γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού

Βαρέθηκα να κάθομαι στο σπίτι, σήμερα δεν είχα διάθεση ούτε να διαβάσω η να γράψω κάτι. Ίσως επειδή η μέρα χαρακτηρίζεται από αναμονή και ένταση .Τα κανάλια παίζουν τον αμφίδρομο ρόλο τους, μεταφέροντας τις ειδήσεις που αφορούν την χώρα τις κρίσιμες αυτές ώρες. ΄Αλλοι μιλούν για ρήξη η για συμφωνία, οι συγκεντρώσεις εναλλάσσονται με αφανείς διοργανωτές τα κόμματα, ο κόσμος  βρίσκεται στην αβεβαιότητα για τις εξελίξεις ανησυχώντας για το μικρό κομπόδεμα του. Τα μεγάλα κεφάλια και τα πλούσια κεφάλαια γνωρίζουν τι  να κάνουν. Ο καθένας έπαιξε τον δικό του ρόλο στην διαμόρφωση του κλίματος. Τι θα μπορούσε να κάνει ο απλός πολίτης, που ακούει μόνο νουθεσίες και ειδικούς να του ταράσσουν την ηρεμία του; Αναζητά απαντήσεις, αλλά  ο πανικός γίνεται  κυρίαρχος του παιχνιδιού .

Συνήθως η συσκευή της τηλεόρασης στο σπίτι, βαριέται αδρανής να μαζεύει σκόνη. Έχω συνωμοτήσει σε βάρος της, αλλά εξασφάλισα την γαλήνη μου. Σήμερα επιχείρησα να επανέλθω, αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να καθαρίσω την σκόνη από πάνω της. Κάτι σαν εμμονή η άρνηση με τραβούσε πίσω. Πράγματι αν ήθελα να περισώσω την ηρεμία μου, θα έπρεπε να μη την ανοίξω .Αυτό έκανα .Φόρεσα το μπουφάν μου, ο καιρός δεν αστειεύεται, η υγρασία πιρούνιαζε τα κόκαλα. Παρέα με τα σκυλιά μου που κάνανε παιχνίδι με την ανησυχίες μου, διάλεξα ένα σοκάκι για να περπατήσω ψάχνοντας τις διεξόδους  μου.

 Οι εικόνες γύρω μου ήταν όμορφες, αυλές στολισμένες με λουλούδια και μπαξέδες , οι τοίχοι φορτωμένοι με τ’ αναρριχώμενα, οι γάτες στα κράσπεδα η στις αυλόπορτες σκαρφαλωμένες από φόβο εξαιτίας των σκυλιών. Άλλοτε συναντούσα στα πεζούλια τις κυράδες της γειτονιάς να έχουν βγάλει τα σκαμνιά,  με το πλεκτό τους στο χέρι να κρατάει την παρέα στην συζήτηση .Ο καιρός όμως βροχερός  οι μαζώξεις γίνονται μέσα στο σπίτι. Ο ελληνικός καφές έχει την τιμητική του, οι προσκλήσεις τον έχουν σαν κίνητρο για να βρεθούν στης μιας  η της άλλης γειτόνισσας, να βγάλουν τ’ άπλυτα στην φόρα και ας είναι από ενδιαφέρον.

Τα ‘μαθες με ρωτά ο ένας, άκουσες κάτι ρωτά ο άλλος, τι νομίζεις ακούω παραπέρα κι εγώ προσθέτω με ηρεμία, «θα δείξει η αυριανή μέρα αν  χαμογελά η  κλαίει, αν ο ήλιος θα φανεί με κέφι ή θα στήσει η βροχή καρτέρι.»

Τάσος Ορφανίδης

φωτογραφία Θάνος Χαρίσης



Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Με την προσμονή μιας 'ακόμη 'Ανατολής, Κωνσταντίνα Λουκέρης Λιβιεράτου


Ονειρεύτηκα πολύ..
ετσι, ξέχασα να ζήσω.

Τ.Λειβαδίτης


Τις νύχτες της αρέσει να κάθεται αμίλητη καπνίζοντας. Κοιτάει το μαύρο ουρανό και προσπαθεί να μαντέψει πώς είναι η μέρα που ξημέρωσε στην άλλη πλευρά του κύκλου. Δεν θέλει κανένα ήχο δίπλα της πέρα από το ελαφρύ βουητό της πόλης και εκείνο το γκιώνη που μετακόμισε πιο πέρα και φωνάζει με πίστη. Φαντάζεται ιστορίες για ανθρώπους που δεν γνώρισε και σταυρώνει τα δάχτυλα κάνοντας ευχές που δεν πρόκειται να βγουν. Πίνει κόκα κόλα και μαζεύει αλογοουρά τα μαλλιά της. Μένει μόνη. Ονειρεύεται πολύ. Ονειρεύεται συχνά. Σχεδόν δεν περνάει βράδυ χωρίς εικόνες στο μυαλό της.

Το πρωί πάντα νυστάζει. Φτάνει παντού αργοπορημένη. Ετοιμάζεται και φεύγει βιαστικά και φτάνει παντού αργοπορημένη. Πίνει τον καφέ της γλυκό και σιχαίνεται το γάλα. Περπατάει γρήγορα........... ζωηρά και συνήθως μουρμουρίζει κάποιο τραγουδάκι που της έχει κολλήσει από μέρες. 

Το καλοκαίρι φοράει πάντα άσπρα. Της αρέσει να απλώνει τα ρούχα της στον ήλιο και τρώει βανίλια υποβρύχιο ώσπου να πάρουν να στεγνώνουν. Λατρεύει τα καπέλα. Δεν έχει κανένα. Λατρεύει τα παιδικά κοκαλάκια. Έχει μια γυάλα απ’αυτά στο κομοδίνο της......

Γράφει σημειώσεις σε μπλοκάκια και στίχους σε χαρτοπετσέτες που έμειναν στο τραπέζι της κουζίνας. Τα φυλάει σε χάρτινα κουτιά μαζί με παιδικά ημερολόγια χρόνων. Μιλάει πολύ στις παρέες και καθόλου στο τηλέφωνο. Διαβάζει ιστορίες και μαγειρεύει μακαρονάδες. Γελάει πολύ. Κλαίει πολύ. Πάντα με την ψυχή της. Τη θυμώνουν αυτοί που παρκάρουν στις ράμπες και στα πεζοδρόμια. Που κλωτσάνε τα αδέσποτα. Που φτύνουν όταν περπατάνε.

Σιχαίνεται τις μέρες που νιώθει πως τα κάνει όλα λάθος. Την αμφιβολία......... την απουσία............ βασανίζεται.........κάθε πρωί ξαναρχίζει. Αντλεί δύναμη απ’τα τραγούδια και το φως της μέρας. Πιστεύει. Αγαπάει τα συνθήματα στους τοίχους και τους καλλιτέχνες του δρόμου. Τις γαρδένιες και τα μαγιάτικα στεφάνια. Τις ήσυχες παραλίες και τις βαθιές θάλασσες. Τις γρανίτες.


Μένει μόνη. Ονειρεύεται πολύ. Ονειρεύεται συχνά. Σχεδόν δεν περνάει βράδυ χωρίς εικόνες στο μυαλό της.......


Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

"Η φύση κάνει κάλεσμα" γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Καθώς βάδιζα στην καθημερινή μου βόλτα με τα σκυλιά  την Φλόκα μου και την Νίνα της κόρης μου, πανέμορφους φίλους στην μοναξιά του δρόμου, να σου και η Τσούπρα, το αδέσποτο που από μικρό έχει την φροντίδα μας. Δεν ήταν μόνη την ακολουθούσαν ο Ρεξ ένα ποιμενικό καμαρωτό και ένα άλλο αρσενικό που το 'βλεπα πρώτη φορά. ‘Όλη την μέρα η Νίνα δεν σταμάτησε να γαβγίζει ,τραγουδιάρα κατά Νινα Σιμόν. Την βρήκα την αιτία, ήταν η παρέα έξω από το σπίτι και διαμαρτυρόταν. Στειρωμένη καθώς είναι φαντάζομαι δεν είχε καμιά διάθεση για ερωτικά παιχνίδια, αλλά φαίνεται δεν της έφτανε η παρέα της Φλόκας ήθελε να την μεγαλώσει.

Θέλησα να τους αποθανατίσω όπως κάνουν οι σκηνοθέτες στα πορνό, αλλά δεν μου έκαναν την χάρη η πληρωμή μου σε κροκέτες δεν τους έφτασε. Η φωτογραφική μηχανή τους βρήκε σε ανάπαυλα του ερωτικού παιχνιδιού τους, εξαντλημένα από τις ολοήμερες μάχες διεκδίκησης να αφήνουν τα κομμάτια τους στον δρόμο που τον θεωρούν φιλικό.

Μ’αυτές και μ’αυτές τις σκέψεις με ‘πιασε και το γαμώτο μου πάλι, που η πολιτεία είναι και παραμένει αδιάφορη .Δεν επέδειξαν κανένα ενδιαφέρον στείρωσης και τα μικρά μόλις ξεθαρρέψουν λίγο τα δίνουν σε τσομπαναρέους. Μεσοβέζικη λύση αλλά τουλάχιστον δεν τα σκοτώνουν όπως παρακολουθούμε ανάλογα φαινόμενα.Βέβαια αυτόματα προκύπτει το ερώτημα, μέχρι πότε οι ανάγκες των μαντριών για φύλαξη θα υποδέχονται τα γεννητούρια; Καλή η νομοθεσία βάζει τα πράγματα στην θέση τους, αλλά δεν καλλιεργεί συνείδηση. Τα χωριά συνεχίζουν ν’αποτελούν μεγάλο θέμα για την φροντίδα των ζώων και εκεί είναι απαραίτητη η ενημέρωση και η μέριμνα.


Πάντως δεν μπορώ να πω, η φύση έχει τα δικά της σχέδια αντίθετα με των ανθρώπων, που σχεδιάζουν μόνο για την δική τους προστασία.  

"Η φύση κάνει κάλεσμα για να ολοκληρωθεί ο κύκλος ζωής κι αυτά ανταποκρίνονται στο κάλεσμα τους."

Τάσος Ορφανίδης





Αχ Ελλάδα μου, Τάσος Ορφανίδης





φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

"Αχ Ελλάδα μου"

Αχ Ελλάδα μου ήθελα να στο πω,
στα σπλάχνα σου γεννοβολούν και σπέρνουν κακοφορμίσεις.
Αχ Ελλάδα μου πώς να στο πω,
που τις κορυφές σου κόψανε εκεί που είχες βάλει το στεφάνι.
Αχ Ελλάδα μου πρέπει να το πω,
ήθελα να βρω αναπνοές, μη σου κακοφανεί και μ’ αρνηθείς.
Αχ Ελλάδα μου άσε να στο πω,
γιατί ξέχασα αν είμαι άνθρωπος και θέλω μ’ ανθρώπους να μιλώ.

"Λίγο χρόνο ακόμη τον ήθελα" ,γράφει ο Τάσος Ορφανίδης




Έχω ξεπεράσει τα 60 και ο δρόμος έχει πάρει την κατηφόρα. Αραγμένος στη βαθιά πολυθρόνα στο μπαλκόνι του χωριού ατενίζω την κορυφή του Άθωνα επιβλητική, να μου θυμίζει τις μέρες που έφθασα εκεί πάνω ενώ την έβλεπα να σκιάζεται στην θάλασσα. Δεν έχει πολλά χρόνια, μάλλον το 2012 ήταν  που με τον φίλο μου τον Στέφανο και τον γιο του Θοδωρή επιχειρήσαμε να φτάσουμε στην κορυφή του. Ένιωθα γερός, ικανός να κατακτήσω και άλλες κορυφές, όπως αργότερα τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν ο Γράμμος και ο Σμόλικας. Είναι περίεργο που τα θυμάμαι όλα αυτά καθώς βλέπω τον εαυτόν μου να γέρνει λίγο από τα βάρη, αν και πίστευα δεν θα μου συμβεί ποτέ αυτό.

Η θύμηση μου πήγε ακόμη πιο πίσω στα χρόνια της αθωότητας, όταν κάθε πρωί ενώ ετοιμαζόμουν για να φύγω στο σχολείο, άκουγα τον πατέρα μου να κατεβαίνει τις σκάλες του πέτρινου διώροφου σπιτιού μας στην Σαλονίκη. Καπνιστής φανατικός τρία πακέτα την μέρα, ξυπνούσε το πρωί με τον άγριο βήχα να του τρώει τα σωθικά. Τις μέρες που ήταν αργίες, με καλούσε στο δωμάτιο του για να πατήσω πάνω του η να του ξύσω την πλάτη για να ανακουφιστεί από τους πόνους της κούρασης. Έλεγε τότε, για να μου ανεβάσει το ηθικό , να μη διαμαρτύρομαι, ότι είμαι καλύτερος στο ξύσιμο από τ’ αδέλφια μου, έναν μεγαλύτερο και μια μικρότερη. Δεν το ‘τρωγα το παραμύθι, αλλά τι να κάνω είναι που του ‘χα αδυναμία.

"Λίγο χρόνο ακόμη τον ήθελα, όμορφη είναι η μέρα σήμερα"


Παγκόσμια μέρα του πατέρα διάβασα το πρωί στο ίντερνετ, μικρή γιορτή δεν έχει την αίγλη της μάνας. Πόση αξία έχει άραγε στα αισθήματα μας αν μια γιορτή είναι μεγάλη η μικρή, αν είναι καν παγκόσμια. Αυτός ο λεβέντης που τότε ήταν 30 χρονών κι εγώ που είμαι 60 φέρουμε το ίδιο όνομα "πατέρας" . Αυτό μου αρκεί. Πατέρας είσαι όταν έχουν περάσει τα χρόνια και κρατάς τον σεβασμό και την αγάπη των δικών σου. Ο πατέρας μου τα κατάφερε, ίσως το νιώσω κι εγώ για μένα κάποτε.


Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

"φωτογραφίες καδραρισμένες" γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

¨Όταν οι συγκυρίες της ζωής κάνουν το παιχνίδι τους, εμείς γινόμαστε παρατηρητές των εξελίξεων. Κάθε συμμετοχή, μας αφήνει εκτεθειμένους και αδύναμους, είτε γιατί το τέλμα ήρθε πρόωρα , είτε γιατί η ηλικία καθορίζει τις δυνατότητες, είτε γιατί άλλες δυνάμεις απρόβλεπτες έπαιξαν τον ρόλο τους στην πορεία για την υπόλοιπη διαδρομή.

Με αυτές τις προϋποθέσεις οι σχέσεις διαβίωσης  ως μέλος της κοινωνίας , μέλος ομάδας , εργαζόμενος με κοινές δράσεις ,  κομμάτι μιας παρέας φίλων με κοινά ενδιαφέροντα, είναι καθοριστικές. Οι σχέσεις διαμορφωμένες και δοκιμασμένες πλέον αποδίδουν τα οφέλη που συγκεντρώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, "τα κεκτημένα" όπως μάθαμε να λέμε. 

Μόνο που αυτά σήμερα εκχωρήθηκαν ανεπιστρεπτί, χωρίς καν μια ανάσα
πισωγυρίσματος. Οι τελετουργείς άσκησαν τον ρόλο τους χωρίς αναστολές, όπως θα λέγαμε απλά ξεπούλησαν τα ιδανικά μας, τους αγώνες μας.Άφησαν  ενέχυρο τον πολιτισμό μας, την δημοκρατία μας, την περηφάνια μας, τις περιουσίες μας, την χώρα μας,για να μη τολμήσουμε να αντιδράσουμε.

Αυτές τις στιγμές λοιπόν έρχονται στην θύμηση μου οι αγώνες μας, τα χαμένα μεροκάματα, οι στερήσεις μας. Δεν λέω, φάγαμε το απατηλό σκηνικό της κοινωνικής καταξίωσης, ανεβήκαμε ένα σκαλοπάτι , πήραμε ένα αυτοκίνητο ακολούθησε ένα δεύτερο , το εξοχικό στη θάλασσα η στο βουνό ακόμη και στο χωριό,φορτωθήκαμε δάνεια. 

Η καταναλωτική κοινωνία είναι φαινόμενα αυτών των εξελίξεων, διαμορφώθηκε με σχέδιο για να περάσουν εύκολα τα λαμόγια. Αυτό δεν συνηθίσαμε να βλέπουμε  να μας σερβίρουν τα κανάλια την περίοδο ευημερίας; Να μας πετούν την πεπονόφλουδα, κάποια στιγμή που θα την πατήσουμε κι όταν γκρεμοτσακιστούμε απ’ εδώ πήγαν κι άλλοι.

Αυτές είναι οι στιγμές που αναρωτιέμαι, τι κερδίσαμε όταν ανεβήκαμε το  σκαλοπάτι; Αν ξέραμε το ακριβό αντίτιμο που δίνουμε σήμερα, θα το ανεβαίναμε; Φάγαμε το παραμύθι της ευρωπαϊκής ένωσης , ευρωπαίοι πολίτες ντε,όχι βαλκάνιοι η έστω μεσογειακοί ούτε καν έλληνες ,ξεχαστήκαμε .

Την βλέπαμε την αποχαύνωση, αλλά επειδή συμπεριελάμβανε κι εμάς μέσα στο μεγαλείο της σιωπούσαμε, είτε συνειδητά είτε χαμένοι στην κραιπάλη. Όχι δεν τα φάγαμε μαζί, αλλά σιωπούσαμε όταν το διαπιστώναμε. Η ψήφος το δικαίωμα μας στην δημοκρατία γινότανε κουρελόχαρτο χωρίς αξία, εφόσον επαναλαμβάναμε το λάθος με την επανεκλογή ατόμων να μας εκπροσωπήσουν που  την είχανε προ πολλού απολέσει . Αυτό είναι το έγκλημα που κάναμε στις επόμενες γενεές.

Είχαμε την επιθυμία να σπουδάσουμε τα παιδιά μας , φροντιστήρια, ιδιαίτερα, η παιδεία από το σχολειό δεν έφθανε για να πιάσουνε τους στόχους.Δεύτερη δουλειά, δεύτερο μεροκάματο την μέρα, να συμπληρώσουμε για τα πρόσθετα έξοδα. 

Το αντίτιμο αυτών των προσπαθειών είναι σήμερα το φευγιό τους. Γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, επιστήμονες κάθε ειδικότητας, αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν. Η χώρα που τους γέννησε  δεν τους αγάπησε, τους έδιωξε με τις μεγάλες υπογραφές που τόλμησε να υποθηκεύσει το μέλλον τους.

Εμείς μείναμε να κοιτάμε αμήχανα, τις φωτογραφίες τους καδραρισμένες δίπλα στα πτυχία τους. Αυτό έμεινε, το μεράκι, ο κόπος και το γαμώτο.  

Πόσο κρίμα για τα παιδιά μας.

"δεν αντέχω άλλες εκπλήξεις κι ο θυμός έχει αγωνία."

" για την Ελλάδα ρε γαμώτο , το ξανασκέφθηκα"

(οι παραπάνω στίχοι είναι από τις <τσακισμένες σελίδες>) 

Τάσος Ορφανίδης

φωτογραφία Θάνος Χαρίσης





Όταν το γέλιο γίνεται η τελευταία σου επιλογή

Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί οι πιο μοναχικοί άνθρωποι είναι οι πιο ευγενικοί; Γιατί οι πιο λυπημένοι έχουν το πιο λαμπερό χαμόγελο; Γιατί οι πιο φοβισμένοι έχουν τις πιο σφιχτές αγκαλιές; Πολύ απλά, γιατί δεν θέλουν να δει ο κόσμος τα σημάδια που κουβαλούν επάνω τους…

Κάποιος ήταν ντροπαλός από παιδί και μεγάλωσε χωρίς φίλους. Τώρα πια προσπαθεί να γίνει η ψυχή της παρέας, να κάνει τους πάντες χαρούμενους και να τους κρατήσει κοντά του γιατί φοβάται τη μοναξιά. Κάποιος άλλος έχει βιώσει στεναχώριες μεγαλύτερες απ’ότι του αναλογούσαν. Τώρα πια μοιράζει παντού χαμόγελα γιατί δε θέλει να νιώσει κανείς όπως ένιωθε κάποτε εκείνος, γιατί φοβάται μήπως και ο ίδιος θυμηθεί τις λύπες του παρελθόντος του. Και υπάρχει κι εκείνος που φοβάται γιατί έμαθε πως ο χρόνος που χάνεται δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Τώρα πια σου μιλάει με τις ώρες γιατί φοβάται πως αν του πεις καληνύχτα, δε θα είσαι εκεί το επόμενο πρωί. Σε σφίγγει δυνατά στην αγκαλιά του γιατί φοβάται πως αν σε αφήσει να φύγεις, δε θα ξαναγυρίσεις.

Κάπως έτσι, έκαναν όλοι τους μαζί μια σιωπηρή συμφωνία, να μην αφήσουν κανέναν να τους πιάσει με τα μάτια δακρυσμένα. Φόρεσαν όλοι το προσωπείο του γελωτοποιού και βγήκαν ξανά στον κόσμο. Κάποιοι σε μια προσπάθεια να τρέξουν αρκετά γρήγορα ώστε να ξεφύγουν από τις σκέψεις που τους κυνηγούν και κάποιοι με την ελπίδα πως αν αρχίσουν να χαμογελάνε από συνήθεια, στο τέλος θα το πιστέψουν.
Είναι βαρύς όμως ο ρόλος τους. Όταν το γέλιο γίνεται η τελευταία σου επιλογή προκειμένου να συγκρατήσεις τα δάκρυα και να μη κυλήσουν στα μάγουλά σου, βιώνεις μία απερίγραπτη αίσθηση απελπισίας. Κάθε κενό χαμόγελο που χαρίζεις στους γύρω σου και κάθε αστείο που λες για να τους κάνεις να χαρούν, το πληρώνεις πάντα τα βράδια όταν μένεις και πάλι μόνος με τον εαυτό σου. Όσο πιο βαθύ είναι το σκοτάδι που νιώθεις, τόσο περισσότερα άδεια αστεία και χαμόγελα επιστρατεύεις για να το σκεπάσεις, τόσο περισσότερο έχεις ανάγκη να ακούς το γέλιο των άλλων γιατί σου θυμίζει το δικό σου.
Για αυτό θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Την επόμενη φορά που κάποιος φίλος σου, ξέρεις, η ψυχή της παρέας, ο πιο αστείος, θα φέρει το γέλιο στα χείλη σου, σκέψου μήπως πίσω από το χαμόγελό του κρύβεται ένα βάρος που πλακώνει την καρδιά του. Ρώτα τον πως είναι. Μπορεί να μη σου απαντήσει, ή μπορεί να σου πει και ψέματα πως είναι καλά, αλλά μερικές φορές, αρκεί απλά το να ρωτήσεις… Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά, που λείπει από τους ανθρώπους, είναι η ικανότητα να αντιληφθούν το πώς τους βλέπουν οι άλλοι. Αν μπορούσες να δεις τον εαυτό σου μέσα από τα μάτια τους, θα καταλάβαινες πως είσαι πιο έξυπνος απ’ότι νομίζεις, πως είσαι πιο όμορφος απ’ότι πιστεύεις…

εγραψε το πιτσιρικι
πηγή:http://pitsirikidotnet.gr/

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

"ως δια μαγείας !"γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Σήμερα πάλευα με τις αντοχές μου. Η εικόνα του σπιτιού στο χωριό απελπιστική, η εγκατάλειψη στο μεγαλείο της. 

Τα παρτέρια στα παράθυρα με ξεραμένα λουλούδια και το προστατευτικό  που είχαμε βάλει για τον χειμώνα, ακόμη πάνω τους. Όταν επιχείρησα ν’ ανοίξω την αυλόπορτα, μου  ‘μεινε στο χέρι η ρόδα του από κάτω. Βαδίζοντας πιο μέσα, η αυλή σκιαζόντανε από τα απλωμένα σαν δίχαλα  κλαδιά των αναρριχομένων τριανταφυλλιών. Μαραμένα όλα τα τριαντάφυλλα, πέρασε εξάλλου η πρώτη περίοδος ανθοφορίας τους. Ο τάπητας του γκαζόν είχε γίνει ένα λιβάδι με αγριολούλουδα, αυτή η εικόνα  δεν με ενοχλούσε  αντίθετα μου άρεσε

Για να μη παρεξηγούμαστε δεν μου αρέσει ότι είναι φροντισμένο στην εντέλεια, προτιμώ τo αφηρημένο, απεχθάνομαι τις απόλυτες γραμμές τα σχέδια των παρτεριών, αγαπώ όμως την φροντίδα τους κι ας έχει παραλείψεις.

 Είμαι βέβαιος αν με επισκέπτονταν η ανιψιά μου, γεωπόνος με ειδίκευση παρακαλώ στην αρχιτεκτονική τοπίου, θα φρίκαρε. Ας μ’ επισκεπτότανε τώρα, κρύο νεράκι θα της πρόσφερα κι ας μου ‘ριχνε τα σκολιανά μου.

Είναι η στιγμή που πελαγώνεις και σκέφτεσαι από πού ν’ αρχίσω. Έχω μια βασική αρχή, όταν αντιμετωπίζω ανάλογες δυσκολίες. Αναζητώ τους διαθέσιμους φίλους μου. Η αλληλεγγύη είναι προσόν της παρέας μας .Για την διαολεμένη μου τύχη, άλλος  εδώ και άλλος εκεί, δεν μπορώ να στηριχτώ κάπου. Έχουν τις δουλειές τους, όχι όποτε μου την καρφώσει εμένα αυτοί απίκο, δεν γίνεται. Έλα όμως που η κατάσταση χρειάζεται δραστική παρέμβαση για να λειτουργήσουμε.

Τι επιλογή μου μένει; Ένας λεφτάς καρδιακός μου φίλος δεν θα το πολυσκεφτόταν, θα πλέρωνε. Εσύ είσαι που το λες ; Τα λεφτά τέλειωσαν και τα γούστα βρίσκονται στην αναμονή. Άλλη λύση πλέον δεν υπάρχει παρά μόνο να βάλω ρέγουλα η όπως κάνουμε όταν ανεβαίνομε  στις κορυφές. Μην αμφιβάλλετε καθόλου κορυφή είναι και τούτο. Βάζουμε ένα τέμπο στο περπάτημα και ως δια μαγείας μετά από ώρες νάτη η κορυφή.


Είπα την σωστή λέξη , ως δια μαγείας ! Που βρίσκονται οι φίλοι μου;

Τάσος Ορφανίδης

(μετά από ένα σοκ)






Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

"τι το θελα;" γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Οι αναμνήσεις είναι γιατρικό, λένε. Οι αναμνήσεις όμως ανοίγουν και πληγές που δεν μπορούν να κλείσουν. Έχουμε ανατρέξει πολλές φορές σε παλιές φωτογραφίες, γιατί η συντροφιά τους είναι ανεκτίμητη. Άλλες φορές κάτι θα παραπέσει στα χέρια μας ένα σημείωμα μια θύμηση μεμονωμένη, που θα ταράξει αυτή την επιθυμία της αναδρομής. Εκεί είναι που λες ,τι τόθελα.

Σήμερα το πρωί σηκώθηκα με αυτή την διάθεση. Πήρα τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες ένα ένα και άρχισα αόριστα να ψάχνω τις αναμνήσεις μου εκεί μέσα, μήπως και γυρίσουν ανάποδα τον χρόνο, να με ταξιδέψουν. Είχα μια περίεργη άρνηση ν’ανατρέξω στο λάπτοπ που τις έχω αποθηκεύσει, μου έδινε την εντύπωση κάτι ξένου. Η επαφή με το χαρτί, το περιτύλιγμα, τις σημειώσεις, ήταν μια άλλη αίσθηση. Πολλές φορές μου άρεσε να τις γράφω με πένα, ναι εκείνη την παραδοσιακή με το μελανοδοχείο να στέκει δίπλα, έτοιμο για συνεργασία. Αν έπεφτε παραπάνω μελάνι, είχα πρόβλημα. Πάντα όμως βρισκόταν η λύση, όλα ήταν μια διαδικασία και αυτή ήθελε το μεράκι της. Κάθε φωτογραφία μια σκηνή, κάθε σκηνή ένα σενάριο αποτυπωμένο  κάτω από κάθε φωτογραφία, τίποτε δεν έμενε στην τύχη του.

Καθώς έψαχνα έπεσε το μάτι μου στην φωτογραφία που περιέργως δεν σημείωσα κάτι από κάτω,όπως συνήθιζα . Μου τράβηξε την προσοχή περισσότερο, γιατί είχε φυλαγμένο ένα φύλο, θα 'λεγα μάλλον νεραντζιάς. Άρχιζα να σκαλίζω τις μνήμες, προσπάθησα να την συνδέσω με γεγονότα,  να μου λέει κάτι. Πάλευα με τον εαυτόν μου ,ένιωσα  να αναστατώνομαι. Πως είναι δυνατόν να μη θυμάμαι. Δεν ήθελα να την προσπεράσω. Καμία φορά οι αλήθειες κρυμμένες, είναι σαν τα μαχαίρια που χαρακώνουν. Ακατέργαστη είναι η εικόνα ενάντια στον χρόνο, όταν  παραμένει ζωντανή. Έψαχνα μέσα στο σκοτάδι του μυαλού μου, να βρω τα καλά κρυμμένα μυστικά. Αράχνιασε η εικόνα έχουν μαζευτεί πολλές θύμισες  γύρω της.
Τι τόθελα;

(Μια φανταστική ιστορία με αφορμή μια φωτογραφία της Χριστίνας Σαραφιανού)

Τάσος Ορφανίδης

φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού

"Ενοχλημένος κι ο θεός μαζί μου.." Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος


Ενοχλημένος κι ο θεός μαζί μου . . .
Του επέστρεψα το σάπιο μήλο του
- χωρίς ευγνωμοσύνη . . .
|Μίζερη προσφορά / με οίκτο|
Μου φάνηκε μεγάλο κόστος
- για έναν ωχρό παράδεισο . . .
Πώς να ανεχτώ,
από έναν αιώνιο μόνο / άφυλο
- να καθορίσει τα δικά μου γούστα ?
Στα …"κατ' εικόνα" και "καθ' ομοίωσιν"
- έχασε το παιχνίδι τούτο . . .
Τον συμπονώ . . .
Δεν θα θωπεύσει ποτέ την Εύα μου . . .
Δεν θα ασπαστεί ποτέ τα χείλη του ελέους . . .
Μήτε θα απολαύσει ποτέ τις αμαρτίες μου . . .
Κρίμα για αυτόν . . .
Όχι για μένα . . .

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

"μια καλημέρα διαφορετική από τις άλλες" γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης
Η βεράντα του σπιτιού μου βλέπει στην στάση που περνά το λεωφορείο. Κάθε μέρα γίνομαι παρατηρητής της καθημερινότητας των ανθρώπων. Από τα άγρια χαράματα πολλές φορές μέσα στις αϋπνίες, όταν οι λεπτοδείκτες νιώθω να μου χαράζουν το πρόσωπο, έχω ένα πλεονέκτημα να μη νιώθω ποτέ μόνος. Εκείνη την ώρα της άγριας νύχτας βλέπω ανθρώπους καθημερινούς, γείτονες, να περιμένουν με υπομονή να περάσει το λεωφορείο.Το σκηνικό αυτό επαναλαμβάνεται κάθε λίγα η περισσότερα λεπτά, ανάλογα με την ώρα. Η στάση συνήθως γεμίζει από άτομα που πάνε αγουροξυπνημένα στην δουλειά τους , παππούδες κουρασμένοι  στην αγορά για τα ψώνια τους ή στις τράπεζες την μέρα που θα πέσει η σύνταξη , νεαροί και νεαρές για τα σχολειά τους, μάνες με τα παιδιά τους για τους δικούς τους λόγους, ένας ψαράς με τα καλάμια του, μια γιαγιά βαμμένη σαν λατέρνα, παιδιά που γυρίζουν από το άθλημα τους, τουρίστες μετά την επίσκεψη τους στα κάστρα αλλά και αργόσχολοι.

Όταν γίνεσαι έστω και άθελα σου παρατηρητής της καθημερινότητας τους,μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τις συνήθειες τους, την διάθεση τους , ίσως τις ανησυχίες τους. Από την νευρικότητα που χαρακτηρίζει τους περισσότερους, μέχρι την απάθεια που χαρακτηρίζει λίγους, η απόσταση κεντρίζει το ενδιαφέρον για μια νέα προσέγγιση.

Ο γείτονας δεν θάρθει ποτέ να σου πει το πρόβλημα του, ακόμη κι αν είσαι η διπλανή του πόρτα. Η διακριτικότητα είναι προσόν και όταν αφορά τον συνάνθρωπο αναγνωρίζεται.  Η περηφάνια αυτού του λαού  είναι χαρακτηριστική, το βλέπω στην μάνα μου, που μόλις της πάμε κάτι που αγοράσαμε θέλει να πληρώσει το τίμημα για να μη χρωστάει.

Παρά τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις, το πρωί χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας . Περίεργο μου φάνηκε γιατί δεν είναι η ώρα του ταχυδρόμου, ούτε η ώρα που μας επισκέπτεται η κόρη μας. Άνοιξα με ιδιαίτερη απορία και αντίκρισα το πρόσωπο κάποιου γείτονα που καλημεριζόμαστε . Όσες φορές προσπάθησα να τον πλησιάσω παραπάνω, αυτός κρατούσε την κουβέντα σε αόριστα θέματα και ποτέ δεν απαντούσε συγκεκριμένα, ενώ το πρόσωπο του έδειχνε αφηρημένο. Δεν ήξερα τι δουλειά κάνει, δεν μου είπε ποτέ, πόσα παιδιά έχει, αν είναι μόνος η με την γυναίκα του, αν είναι απ’ εδώ η απ’ αλλού και άλλα, ακόμη και το όνομα του . Δεν είχα απαντήσεις, όσο διακριτικά και αν τον πλησίαζα. Το ενδιαφέρον μου ήταν έκδηλο, γιατί κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει σε αυτόν τον άνθρωπο. Σχεδόν συνηθίσαμε να εντάσσουμε τα πάντα σε μια κοινή πλέον λέξη «κρίση», είναι όμως έτσι;

Μου ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη για την ενόχληση και με παρακάλεσε να καλέσω την γυναίκα μου. Τον έμπασα μέσα και του πρόσφερα καφέ, ενώ η γυναίκα μου περίμενε με αγωνία την συνέχεια της επίσκεψης. Ο Ντίνος αυτό είναι το όνομα του, σήμερα μου συστήθηκε , χωρίς περιστροφές , μου ανακοίνωσε ότι είναι άνεργος εδώ και έξι μήνες, διαζευγμένος και με ένα παιδί γιατί η γυναίκα του τους εγκατέλειψε φεύγοντας  στην Γερμανία. Πολλές φορές ήθελα να σας μιλήσω μου είπε αλλά ντρεπόμουν μου φερόσασταν τόσο καλά και δεν μου πήγαινε να σας φορτώσω τα δικά μου.

 Ήταν γέννημα θρέμμα Σαλονικιός, δεν είχε σχέση με χωριό, ούτε ένιωθε από καλλιέργειες. Έμεινε στην ανεργία επειδή η επιχείρηση που δούλευε έκλεισε και για κάποιο διάστημα συντηρούταν από το ταμείο ανεργίας. Ηλεκτρονικός στο επάγγελμα , με σπουδές στο Αριστοτέλειο , ήξερε να γρατζουνάει και την κιθάρα του παίζοντας γνωστές μελωδίες.  Του πρότεινε ένας φίλος του να μπει σε ένα σχήμα μουσικό, για να παίζουν για το μεροκάματο. Τα κατάφερνε και η πρόταση φαινόταν καλή. Με το παιδί όμως είχε μεγάλο πρόβλημα, γονείς δεν είχε ούτε και συγγενείς κοντινούς, για να δώσουν χέρι βοήθειας. 

Αποφάσισε να τολμήσει απευθυνόμενος σε μας. Ζητούσε να έχουμε το νου μας στο παιδί κάθε φορά που θα πήγαινε για μεροκάματο, δεν μπορούσε να πληρώσει κάποιον αλλά ούτε να εμπιστευθεί .Μέσα στην απελπισία του πήγε το μυαλό τους στις συζητήσεις μας, που ήταν βέβαια μονομερείς αυτός μόνο άκουγε, αλλά ήξερε ότι υπήρχε επικοινωνία . Το διάβασμα του παιδιού αλλά και το σχολείο δεν θα ήταν πρόβλημα γι’ αυτόν, μέχρι να βρει πρωινή δουλειά. Μέχρι τώρα είναι περήφανος γιατί το παιδί του δεν χρειάστηκε να στερηθεί το φαΐ του και το σχολειό του. Φρόντισε να μη νιώσει την απουσία της μάνας, ευτυχώς το σπίτι ήταν δικό του κληρονομιά από την μάνα του που του τ’ άφησε. Χρέη δεν υπήρχαν, πολλές φορές σκέφθηκε να μεταναστεύσει , τα προσόντα του ήταν καλό διαβατήριο, αλλά το παιδί τι θα γινόταν με το παιδί;
Δεν χρειάστηκε να το πολυσκεφτούμε, έτσι και αλλιώς εγγόνια ακόμη δεν είδαμε, ο χρόνος μας κυλάει άδειος με καθημερινές εικόνες, ένα χέρι βοήθειας σε αυτόν το συμπαθητικό άνθρωπο δεν ήταν και τίποτε.
Η άδεια ζωή μας θα γέμιζε με ενδιαφέρον και ο Ντίνος θα έβρισκε ελπίδα για ζωή.


(Μια φανταστική ιστορία της καθημερινότητας για το πρόβλημα των ανέργων και την μαρτυρική προσπάθεια τους να προστατέψουν τα παιδιά τους)

Τάσος Ορφανίδης