Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Raff Stewart / ένα διήγημα εμπνευσμένο, σε ηλικία 15 χρονών ,από την ταινία The Last Song /<το τελευταίο τραγούδι>

Η Raff Stewart ,είναι ένα εμπνευσμένο και δημιουργικό άτομο .Γεννήθηκε το 1996 , σήμερα προετοιμάζεται για τις εισαγωγικές της εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο .Το διήγημα προέκυψε όταν ο καθηγητής της στο σχολείο ζήτησε από τα παιδιά να παρουσιάσουν μία εργασία τους. Ευαίσθητο παιδί η Ραφαέλα ,επηρεασμένη από την ταινία The Last Song και το μουσικό της θέμα(μία από τις αγαπημένες της )  ,απέδωσε με τον καλύτερο τρόπο στο διήγημα της χωρίς όμως όπως δηλώνει η ίδια να αναφέρεται σε έρωτες και χωρισμούς .'Ήθελε να παρουσιάσει απλά, μία σχέση ανάμεσα σε ένα πατέρα και την κόρη του .
 Παράλληλα με το γράψιμο ,έχει αναπτύξει ιδιαίτερη δραστηριότητα για την προστασία των ζώων ,χρησιμοποιώντας προσεκτικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης .Είναι μέλος σε ομάδες ευαισθησίας και δράσης ,ενώ χειρίζεται άριστα το διαδικτυακό τόπο. Επιδίωξη της και επιθυμία της όπως λέει η ίδια  «Θέλω να πετύχω στην ανθρωπολογία, γιατί είναι ένα επάγγελμα που δεν έχει εξελιχτεί στην Ελλάδα  .Θέλω πιο συγκεκριμένα να ασχοληθώ με τους ομοφυλόφιλους, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό και γενικά τα δικαιώματα  των ανθρώπων και  ζώων». 


Pauline Gagnon


<< Το τελευταίο τραγούδι>> “The last song

Έξω έβρεχε….. Η Βερόνικα ήταν στο αυτοκίνητο με τον μικρό της αδερφό και την μητέρα της, πηγαίνανε στο σπίτι του πατέρα τους για να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές. Μισούσε αυτή την ημέρα. Μα πιο πολύ μισούσε τον πατέρα της. Η ίδια ήξερε πως αυτός απλά τους παράτησε, ποτέ όμως δεν έμαθε την αλήθεια, ίσως γιατί δεν άνοιξε ποτέ τα γράμματα του. Σε όλο το δρόμο η μητέρα της και ο αδερφό της τραγουδούσαν η Βερόνικα κοιτούσε τα τοπία που περνούσαν φευγαλέα από τα μάτια της βυθισμένη στης σκέψεις της. Μόλις έφτασαν ο πατέρας τους περίμενε στη πόρτα. Η μητέρα της βγήκε από το αυτοκίνητο, έδωσε μια φιλική αγκαλιά στο πρώην σύζυγο της. Άφησε τις βαλίτσες των παιδιών μπροστά στη πόρτα του σπιτιού, τα αγκάλιασε και γύρισε στο αυτοκίνητο για να φύγει. Η Βερόνικα τον χαιρέτησε με ένα απλό << γεια >> άρπαξε γρήγορα την βαλίτσα της και έτρεξε στο δωμάτιο όπου θα πέρναγε τις επόμενε εβδομάδες της, αντίθετα ο αδερφός της αγκάλιασε τον πατέρα του τόσο ζεστά και τρυφερά που υποδήλωνε την μεγάλη αγάπη προς εκείνον.
 Άρχισε ν’ αδειάζει την βαλίτσα της σκεπτόμενη πως θα ήταν αναγκασμένη να περάσει όλο της το καλοκαίρι σε αυτό εδώ το σπίτι. Ένιωσε να πνίγεται, έφυγε τρέχοντας προς την παράλια πιστεύοντας ότι η πλατιά γαλάζια θάλασσα θα την ηρεμούσε, έμεινε για ώρες εκεί, χαμένη στις σκέψεις της. Κάποια στιγμή ήσυχη πια πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Όσο πλησίαζε άκουγε τον ήχο του πιάνου πιο δυνατά στ’ αυτιά της, ήταν ο πατέρας της που προσπαθούσε να συνθέσει ένα καινούργιο κομμάτι. Ανοίγοντας την πόρτα η μουσική σταμάτησε απότομα. Ο πατέρας της γύρισε την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε
<< Σου άρεσε >>;
 <<καλό είναι..>> είπε με δισταγμό..Μέσα της όμως ήξερε ότι της άρεσε παρά πολύ.
 << Μπορείς αν θέλεις να με βοηθήσεις να το τελειώσω >> πρόσθεσε ο πατέρας της.
 << όχι… δεν παίζω πια >> είπε και ξανά βγήκε από το σπίτι.
Ο πατέρας ξανά άρχισε να παίζει. Η Βερόνικα κάθισε έξω και άκουγε με προσοχή την μουσική.
Το επόμενο πρωί ο πατέρας της τους ετοίμασε πρωινό και περίμενε να φάνε όλοι μαζί.
Εκείνη κατέβηκε, είδε της ετοιμασίες, είπε ένα ξερό << δεν πεινάω >>
 Ο μπαμπά της την έπιασε από το χέρι και της είπε << Φτάνει πια…. Το ξέρω είναι δύσκολο και για τους δυο μας. Είναι δύσκολο να καταλάβεις. Έκανα λάθη το ξέρω μα…..>>,
<< Εσύ είσαι ειδικός σε αυτά >> τον διέκοψε και έφυγε πολύ οργισμένη. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα βρούνε την είχαν πληγώσει παρά πολύ οι πράξεις του πατέρα της.
Το βράδυ γινόταν ένα πάρτι στη παραλία, ο πατέρας της, της πρότεινε να πάει. Εκείνη αν και απρόθυμα πήγε τελικά. Ήταν το πρώτο βράδυ που πέρασε καλά σ’ εκείνο το μέρος. Κάποια στιγμή είδε το ρόλοι της και συνειδητοποίησε ότι είχε αργήσει, έφυγε τρέχοντας για το σπίτι. Βρήκε τον πατέρα της να την περιμένει στο σαλόνι αναστατωμένος. Την ρώτησε γιατί είχε αργήσει Αυτή εκνευρισμένη του επιτέθηκε κατηγορώντας τον για όλα και έφυγε από το δωμάτιο χτυπώντας με δύναμη την πόρτα πίσω της.
Ο πατέρας της κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει το κομμάτι που έπαιζε χθες το βράδυ, τότε η Βερόνικα άνοιξε την πόρτα, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε << συγνώμη>>
Αυτός της χαμογέλασε και εκείνη ανακουφισμένη πήγε να κοιμηθεί.
Το επόμενο πρωί, μετά το πρωινό κάθισαν οι δυο τους και μιλήσανε για το σχολείο της, τους φίλους της, τα ενδιαφέροντα της. Είχαν αρχίσει να έρχονται ο ένας πιο κοντά στον άλλον, μα δεν μίλησαν για τα γράμματα που ποτέ δεν άνοιξε! Τώρα είχε ένα παραπάνω λόγο να της αρέσει το μέρος αυτό, ότι άρχισε να τα πηγαίνει καλά με τον πατέρα της. Έτσι περάσανε αρκετές εβδομάδες με συζητήσεις, παιχνίδια και τρυφερές στιγμές μεταξύ τους. Ο πατέρας της σιγά-σιγά ολοκλήρωνε το μουσικό έργο που συνέθετε.
 Ένα πρωί η Βερόνικα πήγε την βόλτα της στη παράλια. Μόλις γύρισε είδε τον μπαμπά της κάτω στο πάτωμα, είχε λιποθυμήσει. Πανικοβλήθηκε κάλεσε ασθενοφόρο, και μέχρι να έρθει έσκυψε και τον αγκάλιασε.
Στο νοσοκομείο περίμενε δίπλα του μέχρι να συνέρθει, όταν εκείνος άνοιξε τα μάτια του τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε << Γιατί δεν μου το είπες, γιατί δεν μου είπες ότι έχεις καρκίνο>>;
 Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. << Απλά ήθελα να περάσουμε μαζί το καλοκαίρι, σαν οικογένεια >> απάντησε αυτός.
 Η Βερόνικα του χάιδεψε το μέτωπο. Κάθισε μαζί του όσες μέρες νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Η μητέρα της ήρθε να τους πάρει πίσω στο σπίτι, την ακολούθησε μόνο ο αδερφός της, η Βερόνικα ήθελε να μείνει δίπλα στο πατέρα της. Κάποια στιγμή γύρισαν με τον πατέρα της στο σπίτι. Ήταν η σειρά της πλέον να τον φροντίζει. Εκείνος έκανε κάποιες προσπάθειες να τελειώσει το έργο του, όμως αισθανόταν πολύ αδύναμος.
 Ένα πρωινό κάθισε στο πιάνο, είδε μπροστά της το πεντάγραμμο με της νότες. Επάνω έγραφε << για την Βερόνικα >> αυτό την έκανε να ξεσπάσει σε κλάματα Ήθελε να τελειώσει το κομμάτι, είχε ανάγκη να το τελειώσει. Μετά από αρκετή ώρα σηκώθηκε και έτρεξε χαρούμενη να του το πει. Δεν πρόλαβε ήταν ήδη αργά, ο πατέρας της ταξίδευε για άλλους κόσμους.
Του έδωσε μια αγκαλιά και του ψιθύρισε στο αυτί << Σ’ αγαπάω >>

 Μετά από δυο μέρες έγινε η κηδεία του. Όταν τελείωσε η τελετή η Βερόνικα γύρισε στο σπίτι, κάθισε στο πιάνο κοίταξε στον ουρανό και άρχισε να παίζει το κομμάτι που είχε γράψει ο πατέρας της για κείνη << από μένα για σένα >> είπε με φωνή που έτρεμε ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της.


1 σχόλιο: