Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Σπάνιο φωτογραφικό υλικό: Η καθημερινότητα των ανθρώπων στην Ελλάδα το 1950-1965

Σπάνιο φωτογραφικό υλικό: Η καθημερινότητα των ανθρώπων στην Ελλάδα το 1950-1965

Ας ξαναδιαβάσουμε την ιστορία μέσα από τις φωτογραφίες.

Ο Εμφύλιος μόλις έχει τελειώσει. Οι άνθρωποι, μέσα σ’ αυτή τη χαώδη κατάσταση, προσπαθούσαν να οργανώσουν τη ζωή τους.

Ο αγώνας γινόταν για ένα πιάτο φαΐ, για ένα τρύπιο παντελόνι ή φουστάνι, για ένα ζευγάρι παπούτσια, που είχαν βαρεθεί να πηγαινοέρχονται στον τσαγκάρη.

 Για να βρεθούν όμως κι αυτά, ο αγώνας γινόταν κυρίως για τη δουλειά, για το μεροκάματο.
Οι διάφορες συντεχνίες , συγκεντρωμένες σε γνωστά στέκια, περίμεναν από τα ξημερώματα τους εργολάβους, αλλά και απλούς ιδιώτες,  για να τους δώσουν δουλειά.

Η διαπραγμάτευση σκληρή, αδυσώπητη, απάνθρωπη μερικές φορές!
Οι ανειδίκευτοι και τα παιδάκια, στις δουλειές του ποδαριού .
Κάλτσες, τσατσάρες, πιαστράκια, καθρεφτάκια, ξυραφάκια και ότι χωρέσει ο νους σου, που να μπορεί όμως να χωρέσει, σ’ ένα τελάρο κρεμασμένο από το λαιμό.

Σ’ όλους αυτούς, μπορείς να προσθέσεις και τους χιλιάδες επαρχιώτες, που έφταναν κάθε μέρα με τρένα και λεωφορεία, εγκαταλείποντας τα χωριά τους, με την ελπίδα μιας καινούργιας ζωής.
 Η εσωτερική μετανάστευση  κράτησε χρόνια και χρόνια, ώσπου η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις της Ελλάδας, γίνουν τα σημερινά τέρατα, που όλους μας δυναστεύουν.

Τα τεφτέρια των τσαγκάρηδων, των ραφτάδων και πιο πολύ των μπακάληδων, έπαιρναν κάθε μέρα φωτιά.

«Μισή οκά ζάχαρη, μισή ρύζι, ψωμί και … γράφτα!». 
Οι δρόμοι  χωμάτινοι, νερό από τις βρύσες στις γωνιές των τετραγώνων και ηλεκτρικό ρεύμα, μόνο για το ένα τρίτο των Ελλήνων!
 
 Παραδοσιακό έθιμο Χριστουγέννων και Πάσχα, η προσφορά προϊόντων διαφόρων εταιρειών, προς την Ελληνική αστυνομία. Τα φορτηγά τους ξεφόρτωναν το εμπόρευμα  γύρω από τον τροχονόμο κι έφτανε στιγμή, που οι διαβάτες μπορούσαν να διακρίνουν από μακαρόνια μέχρι καφέδες και από ταλκ μέχρι σαμπουάν και περιοδικά, πουθενά όμως το όργανο της τάξης, που είχε χαθεί πίσω από τις προσφορές!
 Το κατάστημα έκλεισε. Για καλό και για κακό, αναρτήθηκε και ο αριθμός αδείας, μη μπλέξουμε και με τα δικαστήρια!
Όσο για την ορθογραφία; Ποιος νοιάζεται;
Ο μικροπωλητής που ξεκουράζεται ή κάποιος ταλαίπωρος διαβάτης που βρήκε αποκούμπι, παίρνει έναν μικρό υπνάκο! 
Θερμαντικές ύλες όλων των ειδών. Ο καστανάς έτοιμος να γεμίσει το χωνάκι με τον χειμερινό καρπό και ο καρβουνιάρης προσπαθεί να ισορροπήσει τη ζυγαριά του με τα κάρβουνα, για τον αόρατο πελάτη!
Έξω από κάποιο γήπεδο, το κοριτσάκι δείχνει την πραμάτεια του, που δεν είναι άλλη από την «Αθλητική Ηχώ».

Η ποδιά προστατεύει το φουστανάκι του από το μελάνι, που έβγαζαν αφειδώς οι εφημερίδες της εποχής!

Δίπλα, το καρότσι με τους ξηρούς καρπούς.

Πλησιάζουν Χριστούγεννα και ξεκινά το εορταστικό τουρνουά των ομάδων της Αθήνας.
Πολλοί κοιτάζουν, ένας αγοράζει! Έχεις όμως και κάτι τιμές, βρε παιδί μου! 3.200 η οκά τα πορτοκάλια; Άσ’ το καλύτερα!
Κάποτε πίναμε και γάλα κανονικό. Όχι νεροζούμι στο χρώμα του γάλακτος! Ο γαλατάς, κάθε πρωί στην ώρα του και η πληρωμή κάθε Σάββατο. Δεν ήμασταν όμως εντελώς σίγουροι, πως είναι ο γαλατάς, αυτός που μας χτυπάει την πόρτα!!
 Ανταλλακτικό εμπόριο. Επιστρέφει το μπουκάλι για να πάρει μερικά μανταλάκια.
Αγώνας ταχύτητας! Από το τυπογραφείο, οι εφημερίδες στον ώμο και γραμμή για τον πάγκο ή οποιαδήποτε καλή περαντζάδα, που να μπορεί να πουληθεί το εμπόρευμα.
Όταν δε είχε έκτακτο παράρτημα, σήμαινε επιστράτευση για τους εφημεριδοπώλες!
Ωραίος σαν υφασματέμπορας!
«Γνήσιο Εγγλέζικο, μάγκες! Μισή τιμή από τα μαγαζιά! Όποιος προλάβει!» 
Πουλούν και τύχη, μα η τύχη δεν τους βοηθά. Αν και πολυτεχνίτες, ούτε λουστράρισμα, ούτε τζόγος! Μαύρα κεσάτια!
Εργάτες ακροβάτες! Γκρέμισμα κτηρίου μ’ έναν κασμά κι έναν λοστό! Σάρωναν τα εργατικά ατυχήματα.


Μ’ αίμα χτισμένο, στις Δραπετσώνες της Ελλάδας.





Είχαμε κάποτε και εργοστάσια παπουτσιών! Υπό το άγρυπνο βλέμμα του αφεντικού, φυσικά!


Η οικοδομή δεν ήταν ακόμη στα καλύτερα της. Η ανεργία μεγάλη και το ρίξιμο του μπετόν με τον τενεκέ, σκληρή δουλειά μα έδινε μεροκάματα.

Γαζώτριες, κοπτοράπτριες. Δεκάδες χιλιάδες γυναίκες σε όλη τη χώρα, στελέχωναν μερικές χιλιάδες βιοτεχνίες και βιομηχανίες, για περισσότερα από σαράντα χρόνια, μέχρι την επέλαση της κίτρινης φυλής, κυρίως όμως των αεριτζήδων και της οικονομικής δικτατορίας της Ευρωπαϊκής ένωσης!

Αφίσα του ΙΚΑ το 1963. Ήδη από το 1950 είχαν καταγραφεί άπειρα εργατικά ατυχήματα
Το ΙΚΑ «πασχίζει» να περιορίσει τα εργατικά ατυχήματα, με αφισούλες! Από τους τόπους δουλειάς, δεν περνά ούτε απ’ έξω!

Και όμως, οι βιομηχανικοί εργάτες και εργάτριες, εκείνα τα χρόνια ήταν πολλοί. Τώρα;



Ξυπόλυτος σερβιτοράκος!


Τα δολάρια της  Αμερικάνικης βοήθειας, τα μασούσαν οι ημέτεροι και οι χαρακτηρισμένοι πολίτες Β! κατηγορίας, δεν έβρισκαν δουλειά ούτε στα σκουπίδια της γειτονιάς τους!
Ο μόνος δρόμος που απέμενε, ήταν ο δρόμος της ξενιτιάς και τον ακολούθησαν πολλοί.
Άλλη μια Ελλάδα σκορπίστηκε στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αμερική και την Αυστραλία και τάιζε με τα εμβάσματα της για πολλά χρόνια, αυτούς που έμειναν πίσω. 
Ο Εθνάρχης των παράσιτων, έστειλε τους μισούς Έλληνες στην ξενιτιά, για να μεγαλώνει το μερτικό των φίλων του, από την Αμερικάνικη βοήθεια!

Η λύπη στα μάτια των μεγαλύτερων. Φεύγουν για την Αργεντινή. Ξέρουν ότι δε θα ξαναγυρίσουν



Οι φαντάροι φεύγουν "εθελοντικά" για την Κορέα. Αποχαιρετούν τις οικογένειες τους. Δεν ξέρουν αν θα ξαναγυρίσουν. Ελπίζουν!


Ο λαπάς της βασίλισσας Φρειδερίκης, Παύλος,  αποχαιρετά τους φαντάρους που φεύγουν για την Κορέα διά χειραψίας, με σκυμμένο το κεφάλι -λες και ντρέπεται για αυτήν την εξευτελιστική αποστολή- πιθανόν όμως να σκέφτεται "Που πάνε όλοι αυτοί;"

Η πολύπαθη «Ομόνοια» ανακαινίζεται.

 Ο μεγάλος ηγέτης Κ. Καραμανλής επιβλέπει, παρέα με τον Ράλλη.

H Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και οι εκδόσεις Μελάνι παρουσιάζουν το βιβλίο του Μιχάλη Γκανά: " Ποιήματα 1978 – 2012


Μιχάλης Γκανάς
Από τη Βικιπαίδεια,
Ο Μιχάλης Γκανάς είναι Έλληνας ποιητής και στιχουργός.
Γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944 και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εργάστηκε ως βιβλιοπώλης, ως επιμελητής τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών και ως κειμενογράφος. Πολλά ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από σημαντικούς Έλληνες και ξένους μουσικοσυνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, o Ara Dinkjian, κ.ά. Το 1994 τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης.
Εργογραφία

"Ακάθιστος δείπνος" 1978
"Μητριά πατρίδα" 1980
"Μαύρα λιθάρια" 1980
"Γυάλινα Γιάννενα" 1989
"Παραλογή" 1993
Τα κορμιά και τα μαχαίρια 1994
"Τα μικρά, 1969-1999
Άγνωστα και γνωστά ποιήματα" 2000
"Στίχοι" 2002
"Γυναικών" 2010 κ.ά.


H Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και οι εκδόσεις Μελάνι παρουσιάζουν το βιβλίο του Μιχάλη Γκανά: " Ποιήματα 1978 – 2012

Για το βιβλίο, τον ποιητή και το έργο του θα μιλήσει ο Θανάσης Μαρκόπουλος, ποιητής και κριτικός.

Η εκδήλωση, η οποία εντάσσεται στις Εαρινές Ημέρες Βιβλιοθηκών 2014, θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 4 Απριλίου 2014 και ώρα 20: 00, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Κεντρικής Δημοτικής Βιβλιοθήκης (Εθνικής Αμύνης 27.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Πληροφορίες: Κωνσταντίνος Βόγδανος



Raff Stewart / ένα διήγημα εμπνευσμένο, σε ηλικία 15 χρονών ,από την ταινία The Last Song /<το τελευταίο τραγούδι>

Η Raff Stewart ,είναι ένα εμπνευσμένο και δημιουργικό άτομο .Γεννήθηκε το 1996 , σήμερα προετοιμάζεται για τις εισαγωγικές της εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο .Το διήγημα προέκυψε όταν ο καθηγητής της στο σχολείο ζήτησε από τα παιδιά να παρουσιάσουν μία εργασία τους. Ευαίσθητο παιδί η Ραφαέλα ,επηρεασμένη από την ταινία The Last Song και το μουσικό της θέμα(μία από τις αγαπημένες της )  ,απέδωσε με τον καλύτερο τρόπο στο διήγημα της χωρίς όμως όπως δηλώνει η ίδια να αναφέρεται σε έρωτες και χωρισμούς .'Ήθελε να παρουσιάσει απλά, μία σχέση ανάμεσα σε ένα πατέρα και την κόρη του .
 Παράλληλα με το γράψιμο ,έχει αναπτύξει ιδιαίτερη δραστηριότητα για την προστασία των ζώων ,χρησιμοποιώντας προσεκτικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης .Είναι μέλος σε ομάδες ευαισθησίας και δράσης ,ενώ χειρίζεται άριστα το διαδικτυακό τόπο. Επιδίωξη της και επιθυμία της όπως λέει η ίδια  «Θέλω να πετύχω στην ανθρωπολογία, γιατί είναι ένα επάγγελμα που δεν έχει εξελιχτεί στην Ελλάδα  .Θέλω πιο συγκεκριμένα να ασχοληθώ με τους ομοφυλόφιλους, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό και γενικά τα δικαιώματα  των ανθρώπων και  ζώων». 


Pauline Gagnon


<< Το τελευταίο τραγούδι>> “The last song

Έξω έβρεχε….. Η Βερόνικα ήταν στο αυτοκίνητο με τον μικρό της αδερφό και την μητέρα της, πηγαίνανε στο σπίτι του πατέρα τους για να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές. Μισούσε αυτή την ημέρα. Μα πιο πολύ μισούσε τον πατέρα της. Η ίδια ήξερε πως αυτός απλά τους παράτησε, ποτέ όμως δεν έμαθε την αλήθεια, ίσως γιατί δεν άνοιξε ποτέ τα γράμματα του. Σε όλο το δρόμο η μητέρα της και ο αδερφό της τραγουδούσαν η Βερόνικα κοιτούσε τα τοπία που περνούσαν φευγαλέα από τα μάτια της βυθισμένη στης σκέψεις της. Μόλις έφτασαν ο πατέρας τους περίμενε στη πόρτα. Η μητέρα της βγήκε από το αυτοκίνητο, έδωσε μια φιλική αγκαλιά στο πρώην σύζυγο της. Άφησε τις βαλίτσες των παιδιών μπροστά στη πόρτα του σπιτιού, τα αγκάλιασε και γύρισε στο αυτοκίνητο για να φύγει. Η Βερόνικα τον χαιρέτησε με ένα απλό << γεια >> άρπαξε γρήγορα την βαλίτσα της και έτρεξε στο δωμάτιο όπου θα πέρναγε τις επόμενε εβδομάδες της, αντίθετα ο αδερφός της αγκάλιασε τον πατέρα του τόσο ζεστά και τρυφερά που υποδήλωνε την μεγάλη αγάπη προς εκείνον.
 Άρχισε ν’ αδειάζει την βαλίτσα της σκεπτόμενη πως θα ήταν αναγκασμένη να περάσει όλο της το καλοκαίρι σε αυτό εδώ το σπίτι. Ένιωσε να πνίγεται, έφυγε τρέχοντας προς την παράλια πιστεύοντας ότι η πλατιά γαλάζια θάλασσα θα την ηρεμούσε, έμεινε για ώρες εκεί, χαμένη στις σκέψεις της. Κάποια στιγμή ήσυχη πια πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Όσο πλησίαζε άκουγε τον ήχο του πιάνου πιο δυνατά στ’ αυτιά της, ήταν ο πατέρας της που προσπαθούσε να συνθέσει ένα καινούργιο κομμάτι. Ανοίγοντας την πόρτα η μουσική σταμάτησε απότομα. Ο πατέρας της γύρισε την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε
<< Σου άρεσε >>;
 <<καλό είναι..>> είπε με δισταγμό..Μέσα της όμως ήξερε ότι της άρεσε παρά πολύ.
 << Μπορείς αν θέλεις να με βοηθήσεις να το τελειώσω >> πρόσθεσε ο πατέρας της.
 << όχι… δεν παίζω πια >> είπε και ξανά βγήκε από το σπίτι.
Ο πατέρας ξανά άρχισε να παίζει. Η Βερόνικα κάθισε έξω και άκουγε με προσοχή την μουσική.
Το επόμενο πρωί ο πατέρας της τους ετοίμασε πρωινό και περίμενε να φάνε όλοι μαζί.
Εκείνη κατέβηκε, είδε της ετοιμασίες, είπε ένα ξερό << δεν πεινάω >>
 Ο μπαμπά της την έπιασε από το χέρι και της είπε << Φτάνει πια…. Το ξέρω είναι δύσκολο και για τους δυο μας. Είναι δύσκολο να καταλάβεις. Έκανα λάθη το ξέρω μα…..>>,
<< Εσύ είσαι ειδικός σε αυτά >> τον διέκοψε και έφυγε πολύ οργισμένη. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα βρούνε την είχαν πληγώσει παρά πολύ οι πράξεις του πατέρα της.
Το βράδυ γινόταν ένα πάρτι στη παραλία, ο πατέρας της, της πρότεινε να πάει. Εκείνη αν και απρόθυμα πήγε τελικά. Ήταν το πρώτο βράδυ που πέρασε καλά σ’ εκείνο το μέρος. Κάποια στιγμή είδε το ρόλοι της και συνειδητοποίησε ότι είχε αργήσει, έφυγε τρέχοντας για το σπίτι. Βρήκε τον πατέρα της να την περιμένει στο σαλόνι αναστατωμένος. Την ρώτησε γιατί είχε αργήσει Αυτή εκνευρισμένη του επιτέθηκε κατηγορώντας τον για όλα και έφυγε από το δωμάτιο χτυπώντας με δύναμη την πόρτα πίσω της.
Ο πατέρας της κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει το κομμάτι που έπαιζε χθες το βράδυ, τότε η Βερόνικα άνοιξε την πόρτα, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε << συγνώμη>>
Αυτός της χαμογέλασε και εκείνη ανακουφισμένη πήγε να κοιμηθεί.
Το επόμενο πρωί, μετά το πρωινό κάθισαν οι δυο τους και μιλήσανε για το σχολείο της, τους φίλους της, τα ενδιαφέροντα της. Είχαν αρχίσει να έρχονται ο ένας πιο κοντά στον άλλον, μα δεν μίλησαν για τα γράμματα που ποτέ δεν άνοιξε! Τώρα είχε ένα παραπάνω λόγο να της αρέσει το μέρος αυτό, ότι άρχισε να τα πηγαίνει καλά με τον πατέρα της. Έτσι περάσανε αρκετές εβδομάδες με συζητήσεις, παιχνίδια και τρυφερές στιγμές μεταξύ τους. Ο πατέρας της σιγά-σιγά ολοκλήρωνε το μουσικό έργο που συνέθετε.
 Ένα πρωί η Βερόνικα πήγε την βόλτα της στη παράλια. Μόλις γύρισε είδε τον μπαμπά της κάτω στο πάτωμα, είχε λιποθυμήσει. Πανικοβλήθηκε κάλεσε ασθενοφόρο, και μέχρι να έρθει έσκυψε και τον αγκάλιασε.
Στο νοσοκομείο περίμενε δίπλα του μέχρι να συνέρθει, όταν εκείνος άνοιξε τα μάτια του τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε << Γιατί δεν μου το είπες, γιατί δεν μου είπες ότι έχεις καρκίνο>>;
 Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. << Απλά ήθελα να περάσουμε μαζί το καλοκαίρι, σαν οικογένεια >> απάντησε αυτός.
 Η Βερόνικα του χάιδεψε το μέτωπο. Κάθισε μαζί του όσες μέρες νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Η μητέρα της ήρθε να τους πάρει πίσω στο σπίτι, την ακολούθησε μόνο ο αδερφός της, η Βερόνικα ήθελε να μείνει δίπλα στο πατέρα της. Κάποια στιγμή γύρισαν με τον πατέρα της στο σπίτι. Ήταν η σειρά της πλέον να τον φροντίζει. Εκείνος έκανε κάποιες προσπάθειες να τελειώσει το έργο του, όμως αισθανόταν πολύ αδύναμος.
 Ένα πρωινό κάθισε στο πιάνο, είδε μπροστά της το πεντάγραμμο με της νότες. Επάνω έγραφε << για την Βερόνικα >> αυτό την έκανε να ξεσπάσει σε κλάματα Ήθελε να τελειώσει το κομμάτι, είχε ανάγκη να το τελειώσει. Μετά από αρκετή ώρα σηκώθηκε και έτρεξε χαρούμενη να του το πει. Δεν πρόλαβε ήταν ήδη αργά, ο πατέρας της ταξίδευε για άλλους κόσμους.
Του έδωσε μια αγκαλιά και του ψιθύρισε στο αυτί << Σ’ αγαπάω >>

 Μετά από δυο μέρες έγινε η κηδεία του. Όταν τελείωσε η τελετή η Βερόνικα γύρισε στο σπίτι, κάθισε στο πιάνο κοίταξε στον ουρανό και άρχισε να παίζει το κομμάτι που είχε γράψει ο πατέρας της για κείνη << από μένα για σένα >> είπε με φωνή που έτρεμε ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της.