Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

«Ο πρώτος στίχος»

Τάσος Λειβαδίτης

"Αλλά γιατί καμιά φορά στεκόμαστε στη μέση ενός άγνωστου δρόμου ή μπροστά σ’ ένα παλιό σπίτι.

Τί μας θυμίζουν; Ποιόν αναζητούμε;

Κι άλλοτε κάτω από μια γέφυρα ή πίσω από μια κουρτίνα νιώθεις
να ζεις πιο αληθινά-πράγματα που θα τα εξοφλήσεις κάποτε με τη ψυχή σου.

Ώσπου ένα πρωί ακούγοταν το πρώτο κελαήδημα στον κήπο.
Άνοιξη.
Η μητέρα άλλαζε καπέλο, η νεαρή υπηρέτρια ανέβαινε στη σοφίτα και έκλαιγε κι ο παππούς ξεχνούσε να διαβάσει τη Βίβλο…

Τώρα κάθομαι στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα που κάθησαν τρεις
γενιές. Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;

Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σ΄ένα άλλο όνειρο.

Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
σκόρπιζε γιασεμιά 
φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.

Θυμάμαι παιδί που έγραψα τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω οτι δε θα πεθάνω ποτέ-
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα."

Φωτογραφία Κ.Κασώτη

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

η ανάγκη σε φέρνει στα δύσκολα


Η μέρα άνοιξε τα μάτια της από νωρίς το πρωί. Είχα να παραλάβω τα ξύλα, που παραγγείλαμε από την άνοιξη.Από τις 7, δύσκολη ώρα,ιδιαίτερα  όταν συνηθίσεις  να σηκώνεσαι αργότερα.
Η θύμηση πάει στους παππούδες, μετράει τις αντοχές που 'χαν , αναρωτιέται πως τα 'βγαζαν πέρα,ήταν καλό σκαρί.Εμείς αγκομαχούμε, γκρινιάζουμε. Δεν τις αντέχουμε τις δυσκολίες κι όταν τις παλέψουμε, φαντάζει σαν κατόρθωμα.

Με τη σκέψη τους  τα αισθήματα έκαναν διάλειμμα, σιγοτραγουδώντας τις διαδρομές τους μέσα στον χρόνο.Είναι ωραίες οι θύμησες ,αφορμή ζητάνε για τους γονείς μας, κάποια από τα αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν και άλλα που αντέχουν ακόμη.
Είναι καλοδεχούμενο το δάκρυ από συγκίνηση,μια προτροπή, για να ακουμπήσεις με θάρρος στις μνήμες, να τιθασεύσεις τα ορμητικά νερά της λησμονιάς ,για τα αγέρωχα γερόντια. 

Η αντοχή τους ήταν χαρακτηριστική. 

Η ψυχή τους το ΄θελε.Δεν το βάζαν κάτω. Η ζωή δεν κοιτά χρόνια, μόνο βάρη προσθέτει στους ώμους .Όταν ήταν ανοιχτόκαρδη μαζί τους άρπαζαν την ευκαιρία, γιατί να την αφήσουν άλλωστε. Δουλειά το πρωί με το τραγούδι κι αν σήκωνε κέφι αργότερα μετά από καμιά ρακί,έσερναν και τον χορό.Όσο αντέξουν έλεγαν ,μήπως δανεικός δεν είναι ο χρόνος!

Η αγάπη δεν χαρίζεται, μοιράζεται κι αυτή δίνει δύναμη σε όσα δύσκολα φέρνει ο χρόνος.

Τάσος Ορφανίδης 

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

η ραπτομηχανή της Μάνας

Βαγγέλης Παλιούρας 
Οι μέρες μετριούνται , οι ώρες αθροίζονται , τα χρόνια περνάνε , τίποτε δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στον χρόνο, μόνο που τα ροζιασμένα χέρια  το ξέρουν καλά, γι αυτό δεν αντιστέκονται!
Η Μάνα, μετά την μπουγάδα και το μαγείρεμα,ούτε για καφέ της έμενε χρόνος, έπρεπε να καρικώσει τις τρύπιες κάλτσες και να μπαλώσει τα πανταλόνια και τα φορέματα. Ολημερίς παιχνίδι στις αλάνες της γειτονιάς, με κάποιο ατύχημα γυρνούσαμε στο σπίτι. 
Εκείνη, είχε να θρέψει πολλά στόματα, να συγυρίσει και μετά να καθίσει στη ραπτομηχανή της,  για να τελειώσει τη μέρα  με τις ραφές της. Αμέτρητες ραφές όσες και οι ώρες. Της την είχε φέρει δώρο ο πατέρας, μετά από αιματηρή οικονομία. Θα την ξεκούραζε από την δαχτυλήθρα και τα ραψίματα στο χέρι. Θα 'μενε λίγος χρόνος και για την ίδια.
Δεν περιορίστηκε στα μπαλώματα, αλλά από τα χρυσά της χέρια βγήκαν στολίδια, πανταλόνια καινούργια για τ'αγόρια , φουστάνια για τα κορίτσια ακόμη και πουκάμισα. Έμαθε την τέχνη μόνη της, και καμάρωνε κάθε φορά που έρχονταν η ώρα για να τα δείξει. Τόσες ώρες δουλειάς, τόσες ραφές  με καμάρι, χωρίς αγκομαχητό και παράπονα. 
Ακούραστη η Μάνα, μοδίστρα από μόνη της για τις ανάγκες του σπιτιού!  

Τάσος Ορφανίδης  

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

κεραμιδόγατα


Μιχάλης Ματζαβίνος
Την πήρε ο βαθύς ύπνος . Άραγε τι όνειρο να βλέπει,καθώς πετάγεται κάθε τόσο τρομαγμένη. Κυνηγημένη στον ξύπνιο, το ίδιο και στα όνειρα . Γαβγίσματα, σκουπόξυλο, μαντάλωμα την πόρτα, πάντοτε έξω μέχρι που θα’ρθει ο χειμώνας, όταν θάναι πολύ δύσκολα.
Προσπαθεί να φέρνει δώρα στην πόρτα, όταν ξετρυπώνει κανένα ποντικάκι μήπως εκτιμήσουν την προσφορά της. Άλλοτε τα δέχονται απλά  και άλλοτε τα καλοδέχονται με θαυμασμό.
 Ίσως αυτή την φορά ν’ανοίξει η πόρτα , να τρυπώσει μέσα , να χωθεί ανάμεσα στα πόδια, πάνω στις παντόφλες να ζεστάνει και να ζεσταθεί. Ποιος ξέρει, ίσως την επόμενη φορά!

Τάσος Ορφανίδης   

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

επιστροφή

Κατερίνα Μαργέτη
Το ξέρω
Είναι δύσκολη η επιστροφή
Μα για θυμήσου τη πρώτη μέρα στον πηγαιμό
Την πρώτη φωτογραφία στο πλοίο
Το πρώτο βήμα στη ακτή

Την αγκαλιά της θάλασσας την ξέχασες κιόλας;
Τον καυτερό ήλιο 
Το παιχνίδι στην άμμο
Τη βόλτα με το μηχανάκι
Τη φεγγαράδα στη παραλία

Ναι , ναι ξέρω

Εκείνη τη στιγμή σε εκείνο τον βράχο κόντρα στον άνεμο

Το ξεφάντωμα στα πανηγύρια
Εκείνα όπου αναγνώρισες παλιά χαμόγελα και  βλέμματα

Την παλιά σου φίλη απ’ το σχολείο,
τον κολλητό σου , τη πρώτη αγάπη, τον μεγάλο έρωτα, 
τα αξέχαστα φιλιά με τις σφιχτές αγκαλιές, 
τις γούβες  στην άμμο, τα βότσαλα που έγιναν εικαστικό , 
τα ξύλα που έφερε η θάλασσα,
τις κρύες νύχτες, τις μεγάλες φωτιές,
τη φωνή του αγέρα , τον παφλασμό απ’ το κύμα, 
την παρέα τα βράδια, τα ξενύχτια με ποτά, τις παθιασμένες νύχτες,
τα άστρα που δεν μετρούσαμε σωστά,
το φεγγάρι που αρκετές φορές θέλησε να είναι στην συντροφιά μας.

Αυτά που άφησες για την επόμενη φορά 

Μη βιάζεσαι η επιστροφή είναι γλυκιά
Μα οι αναμνήσεις   κουβαλάνε εικόνες,  
όλες εκείνες τις στιγμές που αφήσαμε το κύμα να τις ταξιδέψει

Τάσος Ορφανίδης


Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

μια γουλιά κρασί


Γεια σου ρε φίλε , λάμπει ο ήλιος σήμερα

Πεθύμησα κάνα κρασί,
να θυμηθούμε τα παλιά.
Κάθε φορά,
το γέλιο με το δάκρυ πηγαίνανε μαζί

Κουράστηκα να σέρνομαι από ξέμπαρκα αισθήματα αλλοτινά,
μοιράστηκα μαζί σου και ρούφηξα το ποτήρι σου μέχρι πάτο.
Ανταριασμένη είναι η θάλασσα,έστρεψα το βλέμμα μου ξανά 

Γεια σου ρε φίλε,
το ποτήρι σου ως απάνω το ’χω, γιομάτο,
κι ο μεζές στέκει απείραχτος, σε πιάτο καθαρό.
Αλλά πάλι μόνος 
και το κάθισμα σου στη γωνιά σε παραθύρι ανοιχτό

Τότε  γιομίζει στα πέλαγα ο ουρανός, πουλιά .

Κάθε φορά,
ραγίζει η φωνή μου ,στεγνώνουν τα χείλη μου
και η ματιά  γίνεται θολή
Γεια σου ρε φίλε, 
έλα να πιούμε ακόμη μια γουλιά κρασί.

Τάσος Ορφανίδης

(αφιερωμένο στις μοναδικές φιλίες που δεν τσακίστηκαν στα βράχια)

Η Γυναίκα

Θάνος Χαρίσης

Η γυναίκα έμαθε ,να μη αντέχει το βλέμμα, 
να στέκεται όρθια,να ψάχνει τη μέρα.

Έμεινε μόνη να κοιτά το ταβάνι, 
να ζευγαρώνει με το σκέπασμα ,
να σφαλίζει τις σκέψεις 
να μετρά  θορύβους στο σκοτάδι .

Να περιμένει την ώρα,
να μετρά τις στιγμές από κάθε ψέμα, 
τους χτύπους του ρολογιού στον τοίχο, 
να διαγράφει κύκλους με το βλέμμα.

Να κοιτά την κοιλιά , να τη χαϊδεύει με οίκτο 
να ψάχνει τη ζωή , ν’ αρέσκεται σε κάθε χτύπο.

Σηκώθηκε αργά, έψαξε το βήμα,χάιδεψε με το βλέμμα το φεγγάρι και προχώρησε προς την πόρτα. 
Τη μαντάλωσε δύο φορές και πέταξε έξω το κλειδί στα χόρτα.

Αρκέστηκε μόνο, πως θα το 'βρει η μέρα! 
Η γυναίκα έμαθε ν'αφουγκράζεται τη   φωνή του αγέρα.

Τάσος Ορφανίδης