Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

λυπήσου με



Φωτογραφία Κατερίνα Μαργέτη

Εκεί κοντά στο ακρογιάλι, απέμεινα μοναχός στην προσμονή σου

Παρέα μου τα σύννεφα και το τραγούδι της θάλασσας


Αν ήταν να έρθεις ,

Θα σ’ έφερναν τα άγρια κύματα

Αν ήταν να σε δω

Θα περίμενα τ’ άστρα να φανούν στον ουρανό

Αν ήταν στην αγκαλιά σου να χαθώ

Θα έδενα ολάκερη τη ζωή μου με το κάλεσμα των πουλιών



Λυπήσου με  

Με τα θαλασσινά πουλιά παρέα μπορεί να κάνω
Να έχω μάθει τα τραγούδια των ναυτικών
Να συνομιλώ με τα θεριά της φύσης
Μα εσύ αγάπη μου γλυκιά πότε θε να ‘ρθεις  

Λυπήσου με

Στης νύχτας τη σκιά, μόνο εσένα καρτερώ 
της καρδιά μου ο πόνος, χτυποκάρδι αλλιώτικο μα δυνατό.
Ένα μονάχα θαθελα να σου πω
Αγάπη μου μακρινή,πάρε τα φιλιά μου κι άσε με  να σ' αγαπώ

Τάσος Ορφανίδης

Θα μου λείψεις




Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης

Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στη θάλασσα. Ταξίδευαν οι σκέψεις του, μοιράζονταν τις αγωνίες του. Στο μυαλό του ήταν καρφωμένη η ιδέα να φύγει. Πως όμως; Πως θα μπορούσε να σέρνει μαζί του τον Κωνσταντή. Μόλις έκλεισε τα 10. Δεν έχει κάπου να τον αφήσει προσωρινά, μέχρι να τακτοποιηθεί,μέχρι να βγάλει άκρη. Είναι και η Μάνα στο χωριό αλλά τα φέρνει δύσκολα ,πώς να της φορτώσει ένα μικρό παιδί. 

Η γυναίκα του έφυγε πριν από χρόνια, χωρίς ειδοποίηση. Όσες φορές προσπάθησε να βρει τα ίχνη της, δεν έβγαλε κάτι. Πληροφορίες την έφερναν να βρίσκεται εγκλωβισμένη στη Συρία, όταν πήγε να βρει τους δικούς της. Δεν ξέρει καν αν ζει.
 
Πολλές φορές την έφερε στην κουβέντα  με τον Κωνσταντή, όταν του έκανε ερωτήσεις αλλά ποτέ δεν έφθανε στο τέλος της. Δεν είχε απαντήσεις ,δεν έβρισκε τι να του πει. Μακάρι να ήξερε και ο ίδιος, μακάρι να ζει κι ας έχει αργήσει. 

Την αγαπούσε ο δόλιος. Με την σκέψη της κυλούσε όλη η μέρα, με την σκέψη της έπεφτε για ύπνο. Πώς να ξεχάσει το γλυκό χαμόγελο της, όταν της έλεγε άνοστα αστεία. Πώς να ξεφύγει από τα φωτεινά της μάτια, όταν της έλεγε αθώα ψέματα για να μη τη στενοχωρήσει. Πως να κάνει χωρίς το χάδι των μαλλιών της , εκείνα τα μαύρα μακριά μαλλιά της που του άρεσε να τα χαϊδεύει ατέλειωτες ώρες, κάθε φορά που την έπαιρνε στην αγκαλιά του. Σαν να ένιωθε ότι θα του φύγει, ότι δεν θ’ ανταμώσουν  άλλη φορά. Πάντα κουβαλούσε την ίδια ανησυχία.

Συνήθιζε, όταν έκαναν τον περίπατο τους να κάθονται στο ίδιο μέρος που κάθονταν και τώρα, εκεί στην αποβάθρα του λιμανιού. Ο Κωνσταντής ακουμπούσε πάνω του, χρειαζόταν να τον αγγίζει κι εκείνη έκοβε μικρές βόλτες γύρω τους, σαν να ήθελε να κλείσει τον κύκλο τους.

Πόσο του λείπει!

Τάσος Ορφανίδης

δύο επισκέπτες



Την περασμένη εβδομάδα, είχαμε τη χαρά να φιλοξενήσουμε στο ησυχαστήριο μας, δυο νέους ανθρώπους. Πολλές φορές συμβαίνει να γνωρίζεις άτομα μέσα από διάφορες συγκυρίες, αλλά ουσιαστικά να μη τα ξέρεις. 

Μια μέρα ήταν αρκετή για να γνωριστούμε καλύτερα, να γεφυρώσουμε την διαφορά ηλικίας,να βρούμε κοινά ενδιαφέροντα. Λάτρεις του βουνού, της ορειβασίας,  του ελεύθερου σκί και του ποδήλατου βουνού, γεμάτοι ανησυχίες  γνωρίζουν τον Όλυμπο σαν το σπίτι τους. Δεν είναι τυχαίο, εφ’ όσον ζουν στην Σφενδάμη, ένα χωριό κοντά στην Κατερίνη. 


Η συζήτηση μαζί τους δεν κούραζε, αντίθετα μάθαμε πολλά απ’ αυτούς και χαρήκαμε την κουβέντα  μαζί τους. Πόσο ενδιαφέρον είναι το πλησίασμα νέων ανθρώπων, γεμάτους ζωή και άποψη .Πόσο πλούσιοι είναι τέτοιοι νέοι, με τόσα χαρίσματα. Η ευγένεια στο πρόσωπο τους, μετέδιδε γαλήνη,
μετέφερε την ηρεμη δύναμη του βουνού.

Όταν είσαι νέος πλάθεις όνειρα ,που κάποτε θέλεις να τα δεις να πραγματοποιούνται. Έτσι ήμασταν κι εμείς κάποτε.Τα όνειρα τους έφεραν στη θύμιση τα δικά μας κι όσα απ'αυτά απέμειναν σαν υπόσχεση   στον εαυτόν μας.Τα φυλάμε στο σεντούκι των επιθυμιών μας καλά κρυμμένα,σαν φυλαχτό. 

Η παρουσία τους ξύπνησε τις ανάγκες μας, έφερε μπροστά τα δικά μας όνειρα, περπατήσαμε μαζί την διαδρομή τους και ανασύραμε όσα αφήσαμε κληρονομιά στα παιδιά μας, σε κάθε νέο που θα μπορούσε να τα επιλέξει.

Ευχαριστούμε για την επίσκεψη, ήσασταν μια όαση για εμάς!

Τάσος Ορφανίδης

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

καλοτάξιδο βιβλίο

Φωτογραφία Κατερίνα Μαργέτη
Στο γραφείο μου δεν έχω πολλά βιβλία , είναι γεμάτο χαρτιά, σημειώσεις, φωτογραφίες και ότι άλλο συνδέεται με τις δικές μου αναμνήσεις. Μου αρέσει, όταν αφήνομαι στις σκέψεις μου να ταξιδεύω ανάμεσα τους. Ξέρετε,το κάθε τι κουβαλάει την δική του ιστορία. Αυτές τις μικρές ιστορίες έχω κρατήσει βαθιά μέσα μου, μέχρι ν αρχίσουν να στριφογυρίζουν, για να γεμίσουν μια κόλλα χαρτί.

Τα λιγοστά βιβλία μου, αναπαύονται στη βιβλιοθήκη. Δεν έχω το συνήθειο να τα μαζεύω.Τα περισσότερα μόλις τα διάβασα,βρέθηκαν σε άλλα χέρια.Τα βιβλία χρειάζονται νέους αναγνώστες γι'αυτό ανακαλύπτουν νέες διαδρομές,χτυπάνε νέες πόρτες,συναντάνε καινούργια πρόσωπα, βρίσκονται σε ζεστές αγκαλιές.

 Βέβαια πολλά είναι για τα οποία  δεν θυμάμαι τους τίτλους τους, τον συγγραφέα, το περιεχόμενο τους. Αδύναμη μνήμη,ακουμπάει σε ότι διαβάζει, πιάνει κουβέντα μαζί τους , αλλά ο αποχωρισμός συμβαδίζει με την ώρα του ταξιδιού του. 

Η ευχή να είναι καλοτάξιδο ένα βιβλίο, σημαίνει να έχει αποκτήσει πολλούς αναγνώστες,να περνά από χέρι σε χέρι.Το βιβλίο δεν χρειάζεται ξεκούραση αλλά  μάτια τρυφερά , χέρια απαλά και καρδιά μεγάλη.

Το μεγάλο κέρδος του βιβλίου και του δημιουργού του, γράφεται στα χείλη, στα μάτια,  στα δάχτυλα  και στην καρδιά κάθε νέου αναγνώστη, ακόμη κι αν αγοράστηκε από έναν μόνο και πέρασε σε δεκάδες.

"Τα μεγάλα κέρδη κρύβονται στις μικρές αλήθειες"

Τάσος Ορφανίδης

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

κρυμμένος στη σκιά της



φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

Περίμενε υπομονετικά να κατέβει. Μόλις άκουσε τον θόρυβο στις σκάλες απ’ τα τακούνια της, κρύφτηκε στο μισοσκόταδο. Το φως του φεγγαριού 
σκιαγράφησε το περίγραμμα από το σώμα της, στα μάτια της νύχτας.

Το μισοφέγγαρο βάδιζε μαζί της στον ίδιο ρυθμό, σαν να ήθελε να βρίσκεται στα δικά της βήματα. Το μακρύ φόρεμα της σέρνονταν στη γη και παρέσερνε όλα τα φύλα που σκέπαζαν την υγρασία της νύχτας. Το σάλι κάλυπτε τους γυμνούς της ώμους, αφήνοντας εκτεθειμένα  στο βλέμμα του κάποια  σημεία από την όμορφη  πλάτη της.

Κοντοστάθηκε για λίγο σαν μια σκέψη να την επισκέφθηκε και συνέχισε 
αργά το νωχελικό της βάδισμα.  

Σε κάθε δένδρο καθώς περνούσε άπλωνε τα χέρια της ερωτικά, συνομιλούσε μαζί τους, αφηγούμενη την ιστορία της.Σαν να υποκλινόντουσαν στην παρουσία της, ακροατές  κάθε αφήγησης της, άφηναν ένα φυλλαράκι στα χέρια της. Αυτή του έδινε ένα ζεστό φιλί και το έχωνε στο στήθος της. Μοίραζε την ιστορία της και αυτά της χάριζαν την αγάπη τους.

Κάποια στιγμή όταν έφθασε μπροστά στην μικρή βρύση της πλατείας, έσκυψε αργά, έβαλε το λεπτό της χέρι κάτω από την βρύση, τα χείλη της άγγιξαν διψασμένα την ανοιχτή παλάμη της όπου έρεε δυνατά το νερό και το ρούφηξε λαίμαργα. Πήρε νερό στις ανοιχτές της παλάμες και ανασηκώθηκε βρέχοντας με χάρη τα μακριά της μαλλιά για να δροσιστεί. Την κίνηση αυτή την επανέλαβε δυο τρεις φορές , μέχρι που άφησε να της ξεφύγει  ένας βαθύς αναστεναγμός. 

Κάθισε στα πλευρά της βρύσης, έστρεψε το πρόσωπο της κάπου στο βάθος και άφησε τα δάκρυα της να κυλήσουν γλυκά, μαζί με τις σκέψεις της. Τα δάχτυλα της έπλεξαν μεταξύ τους, τέντωσε τα χέρια ψηλά προς τον ουρανό χαρίζοντας  τα φιλιά της στ' αστέρια.

Απ’ το πρόσωπο της έτρεχαν ακόμη οι στάλες  του νερού που έβρεξε τα μαλλιά της,έπλυνε τα μάτια της  και δρόσισε  τα χείλη της . Έπαιξε για λίγο μαζί τους, δαγκώνοντας απαλά πρώτα το κάτω χείλος και μετά το πάνω,λες και ήθελε να μη χάσει κάτι γνώριμο από τη γεύση τους. 

Έστρωσε το φόρεμα πάνω της με μία κίνηση ανακούφισης,  που την έκανε να νιώσει όμορφα. Οι τιράντες της γλίστρησαν  από τους ώμους και αποκάλυψαν την ομορφιά της μέσα στην χάρη των κινήσεων της.Τα φύλλα των δένδρων,τα νυχτοπούλια, τα άστρα και το φεγγάρι, μαζεύτηκαν γύρω της , άπλωσαν τα φτερά τους πάνω της και την άφησαν να ταξιδέψει στον άγνωστο κόσμο τους μέσα στη σιγαλιά της νύχτας.

Όλη αυτή την ώρα δεν είχε αντιληφθεί ότι ήταν δίπλα της, να την χαϊδεύει με  το βλέμμα του, να την συντροφεύει με το φως του φεγγαριού.Η σκιά του 
έγινε ένα με τον κορμό του δένδρου, που τον έκρυβε από τα μάτια της. Ούτε το σύρσιμο από τα πόδια του, καθώς προσπαθούσε να βολευτεί καλύτερα, έγινε αντιληπτό από την ίδια.

Προχώρησε λίγα βήματα και κάθισε στο πλησιέστερο παγκάκι, άφησε 
στρώμα απαλό πάνω του τα φύλλα των δένδρων και το  αγκάλιασε απλώνοντας  τα μακριά της χέρια . Έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο με μια αργή κίνηση, αφήνοντας το φόρεμα της να πέσει προς τη μία πλευρά αποκαλύπτοντας τις κρυμμένες ομορφιές της.

Πόσο γελοίος ένιωσε, στην σκιά των κινήσεων της. Φοβισμένος μπροστά στην θεσπέσια ομορφιά της, κάθε φορά ανέβαλε για την επόμενη νύχτα, την απόφαση του να της μιλήσει για τον λησμονημένο έρωτα του στο σκοτεινό μυαλό της. ΄

Ανασηκώθηκε με χάρη,κοντοστάθηκε για λίγο σκύβοντας να βγάλει κάτι απ’ το παπούτσι της, ίσως μια πέτρα που απρόσκλητη την επισκέφθηκε. Γύρισε το πρόσωπο της στο δένδρο που έκρυβε την παρουσία του και μέτρησε με το χαμόγελο της την απόσταση που τους χώριζε.

Φεύγοντας από τον δικό της μικρό παράδεισο, άφησε να πέσει στο μισοσκόταδο  η καληνύχτα της !
Εκείνος την σήκωσε με πόνο και την ακούμπησε στο προσκέφαλο της, μέχρι να έρθει η επόμενη νύχτα!

Τάσος Ορφανίδης

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

αποθήκευση συναισθημάτων

Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης 
Οι κούτες στην αποθήκη, προσωρινά .Όταν χρειάστηκε να μετακινηθούν, ο όγκος τους μέσα στον καύσωνα πολλαπλασιάστηκε δια μαγείας.  Μεγάλο κουράγιο το ξεκαθάρισμα. 

Κουρασμένοι ,πτώμα , σέρνονται τα πόδια και τα χέρια δεν έχουν δύναμη.

Είναι θεωρητικά εύκολο ν’ ακουμπάς κάτι, μήπως το χρειαστείς αργότερα. Αυτό το αργότερα μπορεί να μεταφράζεται ποτέ. Έτσι είναι όμως, όταν κάθε αντικείμενο που περνάει στα χέρια, κουβαλάει θύμισες, συναισθήματα και τόσα άλλα, πώς να μπορέσεις να τ’ απ αρνηθείς. Ιδιαίτερα όταν αποφασίζεις να το πετάξεις λόγω περιορισμένου χώρου, τότε ραγίζει η καρδιά σου. 

 Πόσο δύσκολο γίνεται!Το κάθε τι με την αξία του!

Τάσος Ορφανίδης

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

μέχρι εκείνη τη στιγμή

φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος
Δεν δίστασε ούτε λεπτό. Χωρίς δεύτερη σκέψη ,πέταξε στη βάρκα το καπέλο του για να μη το πάρει η θάλασσα και βούτηξε στα βαθιά. Με λίγες απλωτές πλησίασε κοντά, ενώ το κοριτσάκι χτυπιόταν απελπισμένα . Το μικρό του κεφάλι άλλοτε χανόταν και άλλοτε εμφανιζόταν με τα πλούσια μαλλιά του να δίνουν το στίγμα του.   

Όταν πλησίασε κοντά ήταν βέβαιος ότι βρισκόταν μπροστά σ’ ένα τρομαγμένο παιδί, που τα κύματα της θάλασσας ήταν έτοιμα να το καταπιούν ..Στο προσωπάκι του ήταν ζωγραφισμένα ο φόβος και η αγωνία.  Ζύγωσε ακόμη λίγο προσεκτικά και την δύσκολη στιγμή της απόφασης τα μακριά της μαλλιά μπλέχτηκαν στα χέρια του, χωρίς καν να το αντιληφθεί. Αυτό ήταν, τα υπόλοιπα ήταν εύκολα Έφερε το κεφαλάκι της στην σφιχτή αγκαλιά του, αποφεύγοντας τα χέρια της να τυλιχτούν πάνω του.

 Προσπαθώντας να το ηρεμήσει, άκουσε την φωνή του να βγαίνει δυνατή πιο πάνω από το κύμα, μαλακή όμως σαν χάδι.Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερε αν το κλάμα ήταν το δικό του η του μικρού παιδιού.Άρχισε σιγά να κατευθύνεται προς τη βάρκα. Τα χέρια των φίλων κρεμόντουσαν στην κουπαστή, έτοιμα να τους σύρουν πάνω. Ένιωσε το σώμα του ελαφρύ, τα ποδαράκια του παιδιού να χτυπούν την θάλασσα, βοηθώντας τον να προχωρήσουν. 

Φαίνεται πως τα παιδιά, μπορούν με δυνατές κραυγές τον φόβο να ξαποστείλουν . Ένιωσε να έχει στην αγκαλιά του ένα πλάσμα δυνατό.Πολλές φορές μέχρι σήμερα αναρωτήθηκε, που βρήκε την δύναμη να κρύψει τον φόβο του, να παλέψει τον πανικό του.Έψαχνε λόγια ενθάρρυνσης που έκρυβαν την δική του αγωνία. Όταν πλησίασαν, βρέθηκαν σε στιβαρά χέρια να τους σέρνουν ψηλά, για ν’ ακουμπήσουν στα σωθικά της βάρκας ασφαλείς.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε αντιληφθεί τις απελπισμένες φωνές της μάνας , δεν άκουσε τον χαμό που γινόταν γύρω του. Ακούμπησε την πλάτη του στα πλευρά της βάρκας, άπλωσε τα πόδια του και αναζήτησε αμήχανα το καπέλο του, σαν να ήταν ο μοναδικός κρίκος που θα τον επανέφερε  στους ρυθμούς του. 

Έριξε μια  ματιά ανακούφισης στο κοριτσάκι του, χάιδεψε τα υπέροχα μακριά μαλλιά της, άφησε δάκρυα να κυλήσουν στο πρόσωπο κι αναζήτησε με το βλέμμα  τη γυναίκα  που τον περίμενε στην ακτή με την κοιλιά φουσκωμένη και την αγωνία στο κατακόρυφο .

Εκείνη τη δύσκολη στιγμή, μια χαρούμενη σκέψη του χαμογέλασε!


Τάσος Ορφανίδης